Μια ομάδα εργασίας από το Β1 έκανε αυτή τη μικρή παρουσίαση για την έκθεση του Δημήτρη Πικιώνη, βασισμένη στις σημειώσεις που κράτησαν κατά την επίσκεψη τους στην έκθεση.
«Διαβάζοντας» μια έκθεση τέχνης:
προσεγγίζω, εμβαθύνω και αναλύω την εμπειρία μιας επίσκεψης σε θεματικές-περιοδικές εκθέσεις τέχνης
Ένα πολιτιστικό πρόγραμμα του Πειραματικού Γυμνασίου Τρίπολης, 2010-2011
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Πικιώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Πικιώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
Ένα κείμενο για τον Πικιώνη στο greekarchitects.gr
Παραθέτουμε ένα κείμενο για τον Δημήτρη Πικιώνη από το greekarchitects.gr, με έναν κατάλογο έργων του στην Αθήνα:
«Ελιμπίσθηκα το ανέφικτο»
Η αρχιτεκτονική αυτή υπονοεί μια αργή και ήσυχη ζωή
Ο Πικιώνης δεν αρνείται το μοντέρνο αλλά το εμπλουτίζει
Οι αρχιτεκτονικές διαδρομές, οι «οδοιπορίες εξερεύνησης» (όπως τις αποκάλεσε κάποτε ο Πικιώνης) είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους προκειμένου να γνωρίσει κανείς εκείνες τις πλευρές μιας πόλης που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Εθισμένοι στη μητροπολιτική φρενίτιδα της Αθήνας και στη συνακόλουθη βαρυθυμία και στην γκρίνια, αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τις αξιοσύστατες πτυχές της αρχιτεκτονικής της που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Μια τέτοια στάση καλό θα ήταν να την αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και όχι με νοσταλγία. Η γαλήνια πλεύση του περιπάτου είναι μια από τις πιο πλούσιες αστικές εμπειρίες που μας κληρονόμησε ο 19ος αιώνας, που σήμερα για τους γνωστούς λόγους γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Σ' αυτόν τον περίπατο, οι σουρεαλιστές προσέδωσαν νεύρο και αλλοκοτιά εξιδανικεύοντάς τον και, μερικά χρόνια αργότερα, οι σιτουασιονιστές τον ανέδειξαν σε «ψυχογεωγραφία» και στρατηγική «μεταστροφής». Μέσα από μια τέτοια εμπειρία αυτό που εν τέλει κατασταλάζει είναι οι σχέσεις με ορισμένα κτίρια και προπάντων ορισμένες σχέσεις ανθρώπων με τη μεσολάβηση της πόλης.
Ένας από τους πιο φημισμένους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής, ο Colin Rowe, περιέγραψε κάποτε την ιδέα μιας πόλης η οποία, εκτός των άλλων, θα είναι «ευνοϊκή πηγή ακανόνιστων αλλά προσεκτικά επιλεγμένων πληροφοριών». Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» στο ανά χείρας τεύχος προτείνουν μια αρχιτεκτονική διαδρομή σε ορισμένα έργα του Δημήτρη Πικιώνη, στην Αθήνα.
Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός και για ορισμένους περίεργος, που πέρασε ήσυχα τη ζωή του σχεδιάζοντας ασταμάτητα και διδάσκοντας στο Πολυτεχνείο.
Στα γραπτά, στη ζωγραφική, στα λιγοστά κτίρια και στις υπαίθριες διαμορφώσεις που μελέτησε, αποκαλύπτει έναν κόσμο μελαγχολικό και σκιρτήματα φυσιολατρίας.
Στην πραγματικότητα όμως ήταν κάτι πιο σύνθετο: ένας αρχιτέκτονας-στοχαστής (ο Αρης Προβελέγγιος έλεγε πως είχε αποστηθίσει ολόκληρα κομμάτια του Αισχύλου) που δοκίμασε μια μορφή ασκητείας στην κατάκτηση της «αυθεντικότητας» και πάνω απ' όλα έβαζε την μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική.
Η αίσθηση που έχω από τα έργα του είναι εκείνη ενός δέους που κατορθώνει να κάνει την αρχιτεκτονική ενδόμυχη υπόθεση. Ποτέ δεν με συνεπήρε η διατυμπανισμένη σχέση τους με την παράδοση και η αόριστη εξιδανίκευση της μαστορικής ή του τεχνίτη, που ενθάρρυνε ο αρχιτέκτονας. Ο ίδιος μάλιστα αργότερα στις σημειώσεις του για μια ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών θα τη γενικεύσει, μιλώντας για την «ενιαία παράδοση του πλανήτη» που απλώνεται από την Ανατολή στη Δύση και από τον Βορρά στη Μεσημβρία.
Το ωραιότερο ή ίσως το σημαντικότερο σπίτι που μελέτησε ο Πικιώνης είναι το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη - Μενεγάκη (1949) στην Κυπριάδου. Πρόκειται για το πρώτο παράξενο «κτίριο-τοπίο» που είδα στη ζωή μου, στη γειτονιά της παιδικής ηλικίας. Με έλκυε πάντα η αίσθηση του μυστηρίου που εξέπεμπε αυτό το σπίτι: το εσωτερικό του φαινόταν μέσα από μια αχλύ που καλλιεργούσε την εντύπωση του Μυστικού («Το παιδί μαθαίνει ακούγοντας μυστικές φωνές μέσα του», έλεγε ο Πικιώνης). Η σημερινή του εγκατάλειψη επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κατοίκηση δίχως μυστικό.
Στο σπίτι αυτό και πιο πλουσιοπάροχα στην Οικία Ποταμιάνου (1954) οι αναφορές στην παράδοση συνυπάρχουν αιφνιδιαστικά με μοντέρνα στοιχεία, αναστρέφοντας την προβεβλημένη ιδιοσυγκρασία του αρχιτέκτονα. Η ιδέα της κατοίκησης φαντάζει πιο αληθινή (δηλαδή αντιφατική) και το σπίτι-εργαστήριο της γλύπτριας λιγότερο ιδεοληπτικό. Μια τέτοια συνύπαρξη μπορεί να έκανε επιφυλακτικούς τους ιστορικούς (που το υποτίμησαν) και τους δογματικούς οπαδούς ενός αρχιτέκτονα, που περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο ενδιαφέρθηκε για τους υπαινιγμούς της μορφής.
Περπάτησα κάποτε το σπίτι τής Μενεγάκη και είδα τις κρυφές ατμόσφαιρες, τις χειροποίητες φαντασιώσεις του αρχιτέκτονα και το φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας, η οποία έλεγε ότι ο Πικιώνης όταν χτιζόταν το σπίτι πήγαινε τα βράδια μ' ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές. «Τα μεσόφωτα», θα γράψει ο Πικιώνης στο «Πρόβλημα της μορφής» αναφερόμενος στον Ροντέν, «είναι η ζωή του πλαστικού έργου». Αν η εικόνα αυτού του σπιτιού γοητεύει είναι γιατί φέρνει στη σκέψη μας τον νοτιά και μια αρχιτεκτονική που είναι μοντέρνα και ταπεινή με ανορθόδοξο τρόπο.
Το ίδιο συναίσθημα του δέους και του νοτιά προκαλούν και οι διαμορφώσεις του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και τον Λόφο του Φιλοπάππου, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και το Τουριστικό Περίπτερο (1951-1957) και ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης (1961-1964). Περπατώντας ξανά σήμερα σ' αυτούς τους χώρους, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που θαυμάζω περισσότερο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αφομοιώνουν την παράδοση, ο «επιστρεπτικός» τους χαρακτήρας (που ήταν μια από τις τρεις αρχές που ανέφερε ο Σικελιανός στον Πικιώνη), αλλά η αργή και ήσυχη ζωή που υπονοούν: ένας αργόσυρτος χρόνος αισθημάτων, ο οποίος μας κάνει να βλέπουμε διαφορετικά, απενοχοποιώντας τις λεπτεπίλεπτες διακοσμήσεις και τις αδρές λεπτομέρειες· μια γαλήνια αρχιτεκτονική που μοιράζει ευγενικά στιγμές αναμονής, στιγμές ηδείας νωθρότητας και εικόνες για ν' ανακαλύψεις.
Περισσότερο από μια επιδεικτική σχέση με την παράδοση μια τέτοια αρχιτεκτονική εκφράζει απέναντί της μια «εράσμια» (αυτή είναι η επόμενη αρχή του Σικελιανού) αμηχανία που εξευγενίζει. Κάτω από αυτό το πνεύμα, πρέπει να δούμε και την εμμονή που είχε ο αρχιτέκτονας με το τοπίο και τον γεωφυσικό περίγυρο. «Η αρχιτεκτονική του Πικιώνη βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από τη γη. Και μαζί ο αρχιτέκτονας». Αυτή είναι η πιο καίρια παρατήρηση που θα κάνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Η χθόνια καταγωγή της αρχιτεκτονικής και συνάντησή της με μία (επιτρέψτε μου την έκφραση) σχεδόν παγανιστική μυστικοπάθεια: «Η γη αυτή, σπάργανο, σάβανο, σπλάγχνο και λάκκος, επιβάλλει τις μορφές, προσδιορίζει τα μέτρα, οργανισμός ζωντανός, πάντα ο ίδιος και πάντα ένας άλλος». Ο ίδιος άλλωστε ο Πικιώνης θα γράψει μια φράση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τη διατυπώσει έτσι: «Ήταν φορές που αισθανόμουν πως εις τα θεμέλια που εισχωρούσαν βαθιά στη γη, εις τους ογκώδεις τοίχους και τις καμάρες των, ήταν η ψυχή μου που εντοιχιζόταν εις το ανώνυμο πλήθος των...».
Παραδοσιακός ή μοντέρνος;
Στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που δημοσίευσε ο αρχιτέκτονας στον «Ζυγό», το 1958, θα γράψει: «Όταν το κίνημα τούτο το γνώρισα [εννοεί το σύγχρονο κίνημα], είδα πως ένα βήμα με χώριζε από κείνο. Αν οι οξυδερκέστεροι από μας το παραδεχτήκαμε τότε ήταν για τους λόγους τούτους: Πως υποσχόταν την πλήρωση της οργανικής αλήθειας, πως ήταν αυστηρό και απλό και το κυβερνούσε μια γεωμετρία ενός καθολικού σχήματος, ικανού να συμβολίσει την εποχή μας. Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίστηκε περί το 1933. Όταν τελείωσε, δεν με ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάστηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητος· είν' απ' τις σκέψεις τούτες που βγήκαν: το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης (1935), η πολυκατοικία Χέυδεν (κάτοψη Μητσάκη - 1938), το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη (1949)».
Αυτός ο διαχωρισμός του Πικιώνη προκάλεσε σειρά παρενεργειών που έφτασαν στο σημείο να χαράξουν μια γραμμή Μαζινό ανάμεσα σε μια πρώτη «μοντέρνα» περίοδο και μια δεύτερη «στο πνεύμα της εθνότητας». Μπορεί βέβαια με τον τρόπο αυτό να δήλωνε τη συγκατάθεσή του στις διάχυτες στη γενιά του 1930 αντιλήψεις περί ελληνικότητας, για τις οποίες συνέβαλε αποφασιστικά. Καλλιέργησε όμως μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις που δεν μας αφήνει να διακρίνουμε το συνεκτικό στοιχείο που διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη το έργο του: τη σταθερή, δηλαδή, διατήρηση του αινίγματος μέσα στη διαφορά.
Μια αινιγματική μορφή
Ο Πικιώνης έγινε λοιπόν ο πιο γνωστός αλλά και ο πιο παρεξηγημένος από τους Έλληνες αρχιτέκτονες. Θα έλεγα μάλιστα ότι η φήμη του έγινε ευθέως ανάλογη της σύγχυσης που επικρατεί γύρω από το έργο του. Έτσι, λοιπόν, ο αρχιτέκτονας που τυγχάνει σήμερα μιας ευρείας αναγνωρίσεως σε όλο τον κόσμο, με εκθέσεις, αφιερώματα και μνημειώδεις εκδόσεις (αναφέρω την πρόσφατη της «Εlecta» και τη «Χίο» του «Ινδίκτου»), έχει μείνει στους περισσότερους, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ως ένας υπερασπιστής της παράδοσης, ως ένας αξιοσέβαστος αρχαιολάτρης που δόξασε το ελληνικό τοπίο: με λίγα λόγια, ένας εξόριστος από την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι «συνεχιστές» του Πικιώνη πρόβαλλαν όλα αυτά τα χρόνια το έργο του με λανθασμένο τρόπο, σαν μια μονοδιάστατη άρνηση καθετί καινούργιου, έχοντας συχνά ευρύτερους στόχους. Και είναι πράγματι παράξενο ότι οι λαθραίες παγίδες των σχηματοποιήσεων, καθώς και ο «αποκαλυπτικός» και μίζερος τόνος τους, αναπαράγονται στο διηνεκές, ακόμη και σε μερικούς νεώτερους που θεωρούν το έργο του παρωχημένο, μακριά από τις νέες δυναμικές της «μετά-πόλης».
Ο Πικιώνης όμως είναι κι αυτός, μ' έναν σύνθετο και κριτικό τρόπο, ένας από τους «εισηγητές» της νεωτερικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, προτάσσοντας πάντα ως μότο και ελπίδα τη φράση: «Να μοιάσουμε μ' αυτό που πραγματικά είμαστε» (1950). Διευκρινίζω όμως για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις: αν σήμερα όλη η αρχιτεκτονική είναι νεωτερική ή μετα-νεωτερική δεν σημαίνει ότι είναι με τον τρόπο του Πικιώνη. Η πραγματική συνεισφορά του δεν είναι η τυφλή άρνηση του μοντέρνου, αλλά ο ανθρωπολογικός και μεταφυσικός εμπλουτισμός του. Από εδώ ίσως πηγάζει η «συναισθηματική» (μια λέξη που επαναλάμβανε συχνά) και η μελαγχολική φλέβα του έργου του.
Σκεφθείτε τις πολυσυζητημένες αναφορές του στον κυβισμό, τα απροκατάληπτα και αλλόκοτα «εμφυτεύματα» του μπετόν σε σχήματα που μοιάζουν θρεμμένα από την ικμάδα της «παράδοσης του πλανήτη» και τις στενές σχέσεις που διατηρούσε μ' έναν άτεγκτο νεωτεριστή πολεοδόμο σαν τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή που γράφει για την «απόλυτη ενότητα» που έχουν «οι ρίζες ενός έθνους» και συζητά με τον Φώτη Κόντογλου για εκείνο το παράξενο και καθαρτήριο αεράκι που περνά από την Κυπριάδου και ενώνει την Πεντέλη με τον Πειραιά.
Αυτοί οι ανορθόδοξοι συνδυασμοί και οι παράδοξες λεπτομέρειες απεχθάνονται την καθαρότητα και την απογύμνωση, μεταμορφώνουν την τάξη των γνώριμων μορφών, αναδεικνύοντας τον Πικιώνη στην πιο αινιγματική μορφή της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά του από τον 'ρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος κάποτε κατέφυγε σε ενοχλητικά περιγέλαστα λόγια για το όνομα και τις απωανατολίτικες επιρροές του. Ο Πικιώνης, όπως όλοι οι μυστικιστές αρχιτέκτονες, διαισθάνθηκε ότι η λαϊκή τέχνη βρίθει από τέτοιες αλλόκοτες «παραμυθίες» (θυμηθείτε το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα), τις οποίες αισθανόμαστε εντελώς φυσικές και οικείες. Αν όχι από τον Νίκο Πολίτη ή τον Μέγα, σίγουρα από τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Πεντζίκη γνωρίσαμε την ύπαρξη μιας «λαϊκής μαγείας» και «μαγγανείας», η οποία επιχείρησε την αποκρυπτογράφηση της φύσης, δίνοντας μέτρο ισορροπίας ακόμη και στις πιο «σκοτεινές» περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ξέρουμε σήμερα ότι μια τέτοια στρατηγική συναντήθηκε κάποτε με τον υπερρεαλισμό, του οποίου ο απόηχος δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί.
Να γιατί πολλοί μιλώντας για τον Πικιώνη απωθούν επιμελώς ό,τι δεν εξυπηρετεί το ιδεολόγημά τους, το οποίο κατ' ευφημισμόν ονομάστηκε «σαφής ερμηνευτικός στόχος». Αν σήμερα τοποθετούμε την αρχιτεκτονική στο κέντρο μιας ευρύτερης πολιτισμικής θεώρησης, κατά έναν μεγάλο βαθμό το οφείλουμε στον Πικιώνη. Αυτό που στην πραγματικότητα αναδύεται είναι ένα ατελές πολιτισμικό σχέδιο, το οποίο στη σημερινή, μετα-βιομηχανική, εποχή οι περισσότεροι το συγκρίνουν με τη σύγχρονη δημιουργία. «Ελιμπίσθηκα το ανέφικτο», θα γράψει σε μια υποσημείωσή του ο Πικιώνης, συνοψίζοντας με τη δύναμη της επιθυμίας όλο το έργο του.
Πού θα δείτε έργα του
Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη, Γρυπάρη 1, Κυπριάδου
Οικία Ποταμιάνου, Νιόβης και Βασιλέως Παύλου 1, Φιλοθέη
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Ο διαμορφωμένος χώρος γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο Φιλοπάππου,
Αγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης και Τουριστικό Περίπτερο Φιλοπάππου
Παιδική χαρά, Λεωφόρος Ελ. Βενιζέλου, Φιλοθέη
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27, Πλ. Βικτωρίας
Οικία Σταματοπούλου, Αγίας Λαύρας και Λασκαράτου, Πατήσια
Ξενοδοχείο Ξενία, Δελφοί
Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης
Φιλοπάππου, Λουμπαρδιάρης
Πρόκειται για το πιο γνωστό έργο της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ένα πραγματικό δίκτυο με μικρά κτίσματα αναπτύσσεται στον αρχαιολογικό χώρο, βασισμένο στην αρχιτεκτονική της κίνησης (και εφαρμόζοντας ορισμένες από τις χαράξεις της θεωρίας του Κ.Α. Δοξιάδη για τη «Διαμόρφωση του χώρου στην αρχαία αρχιτεκτονική»). Όλα αυτά ο Πικιώνης τα δούλεψε με Ναξιώτες μαρμαράδες και μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Αντωνακάκης, θα πει: «Εργάζεται με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Είναι σχεδόν κάθε μέρα στο εργοτάξιο. Συνεργάζεται με τους μαστόρους, εξηγεί, ρωτάει, σχεδιάζει, στοχάζεται, αποφασίζει... Συγκεντρώνει τα μαρμάρινα και πήλινα κομμάτια από την κατεδαφιζόμενη χωρίς συστολή Αθήνα του 19ου αιώνα, επιχειρώντας ένα γιγάντιο "κολάζ" από τα περασμένα και τα τωρινά».
Παιδική χαρά, Φιλοθέη

Αυτός ο «παιδικός κήπος», όπως τον ονόμαζε ο Πικιώνης, περιλαμβάνει χώρους παιχνιδιού για μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά, παιχνίδια, μια μικρή λίμνη, μια κρήνη, ένα γεφυράκι, το σκαρί μιας βάρκας, τα κουπιά και τα απλωμένα της δίχτυα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της έγινε με αυτοσχεδιασμούς, χωρίς σχέδια. Στο έργο αυτό ο αρχιτέκτονας βλέπει «την παγκόσμια παράδοση ωσάν κάτι ενιαίο, που υπακούει στις "αίδιες" αρχές (οι αρχές της παράδοσης είναι "αΐδιες", οι μορφές παραλλάσσουν)».
Οικία Ποταμιάνου, Φιλοθέη

Στο εσωστρεφές ισόγειο του σπιτιού βρίσκονται τα υπνοδωμάτια και η τραπεζαρία με έναν εντυπωσιακό λιθόκτιστο τοίχο και την τραχιά επιφάνεια της μαύρης μαρμαρόπλακας δέκα τετραγωνικών μέτρων. Στον όροφο οι χώροι υποδοχής και ανάπαυσης διαθέτουν ιδεώδη θέα που αξιοποιεί την κλίση του βραχώδους τοπίου. Το σπίτι αυτό, θα πει ο συνεργάτης του Πικιώνη, Αλ. Παπαγεωργίου, επιχειρεί μια «σύζευξη του πνεύματος της Aπω Ανατολής με το πνεύμα της Δύσης».
Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη
Η κατοικία και εργαστήριο της γλύπτριας Φρόσως Μενεγάκη αναπτύσσεται αποσπασματικά γύρω από ένα καλοσχεδιασμένο αίθριο, το οποίο δημιουργεί μια εσωτερική εποπτεία και ένα ολοκληρωμένο συναίσθημα. Σύμφωνα με τον Πικιώνη, η αρχιτεκτονική του αντανακλά τη σύνθεση του «οικουμενικού πνεύματος» με το «πνεύμα της εθνότητας». Η γλύπτρια έλεγε ότι ο Πικιώνης, όταν χτιζόταν το σπίτι, πήγαινε τα βράδια με ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα, γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές.
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27
Στον ίδιο δρόμο υπήρχε και το Θερινό Θέατρο Κοτοπούλη που μελέτησε ο Πικιώνης το 1933, σύμφωνα με τις αρχές «του αρχαίου και του ιαπωνικού θεάτρου». Στην πολυκατοικία ο Πικιώνης σχεδίασε την πρόσοψη σε κατόψεις του αρχιτέκτονα Κ. Μητσάκη. Την καλύτερη περιγραφή του κτιρίου τη συναντάμε σε ένα δημοσίευμα της «Τέχνης», το 1938: «Για πρώτη φορά... νιώθουμε αγάπη για το τσιμέντο. Ο Πικιώνης άφησε το τσιμέντο, με το χρώμα του και την υφή του, να φανερώνει τον σκελετό της οικοδομής και περιόρισε τα επιχρίσματα στους ενδιάμεσους τοίχους, όπως γινόταν με την ξυλοδεσιά και τον τσατμά στα ελληνικά σπίτια της Μακεδονίας».
Στο φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας στα Ανω Πατήσια (Γρυπάρη 1) συνυπάρχουν μοντέρνα με παραδοσιακά στοιχεία. Μετά τον θάνατο της Μενεγάκη η εγκατάλειψη του σπιτιού αυξάνει την αίσθηση του μυστηρίου
Η πολυκατοικία αυτή αποκαλύπτει το είδος της νεωτερικότητας που κατέκτησε ο Πικιώνης για την ελληνική αρχιτεκτονική. Όλα τα στοιχεία διαθέτουν μια λεπτότητα στην επεξεργασία και μια νομιμοποίηση στην ιστορία.
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Μοιάζει παράξενο το ότι το σχολείο αυτό, παρ' ότι απλώνεται με εξαιρετική «τοπογραφική ευαισθησία» στον λόφο του Λυκαβηττού και υλοποιεί μια έξοχη «αλληλεξάρτηση των πολιτιστικών φαινομένων και της φύσης», δεν ανήκει στα αγαπημένα έργα του αρχιτέκτονα. Αυτό που το κάνει πάντως ξεχωριστό είναι η διάταξη των καθαρών μοντέρνων όγκων στο επικλινές έδαφος και ο ανοιχτός χώρος για υπαίθρια μαθήματα, που διαθέτουν όλες οι αίθουσες διδασκαλίας.
Το σχολείο αυτό εντάσσεται σ' ένα πρόγραμμα ευρείας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της δεκαετίας του 1930. Από πολλούς θεωρείται ένα αριστούργημα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.
Δημήτρης Πικιώνης
ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΙΚΙΩΝΗ«Ελιμπίσθηκα το ανέφικτο»
Η αρχιτεκτονική αυτή υπονοεί μια αργή και ήσυχη ζωή
Ο Πικιώνης δεν αρνείται το μοντέρνο αλλά το εμπλουτίζει
Οι αρχιτεκτονικές διαδρομές, οι «οδοιπορίες εξερεύνησης» (όπως τις αποκάλεσε κάποτε ο Πικιώνης) είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους προκειμένου να γνωρίσει κανείς εκείνες τις πλευρές μιας πόλης που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Εθισμένοι στη μητροπολιτική φρενίτιδα της Αθήνας και στη συνακόλουθη βαρυθυμία και στην γκρίνια, αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τις αξιοσύστατες πτυχές της αρχιτεκτονικής της που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Μια τέτοια στάση καλό θα ήταν να την αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και όχι με νοσταλγία. Η γαλήνια πλεύση του περιπάτου είναι μια από τις πιο πλούσιες αστικές εμπειρίες που μας κληρονόμησε ο 19ος αιώνας, που σήμερα για τους γνωστούς λόγους γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Σ' αυτόν τον περίπατο, οι σουρεαλιστές προσέδωσαν νεύρο και αλλοκοτιά εξιδανικεύοντάς τον και, μερικά χρόνια αργότερα, οι σιτουασιονιστές τον ανέδειξαν σε «ψυχογεωγραφία» και στρατηγική «μεταστροφής». Μέσα από μια τέτοια εμπειρία αυτό που εν τέλει κατασταλάζει είναι οι σχέσεις με ορισμένα κτίρια και προπάντων ορισμένες σχέσεις ανθρώπων με τη μεσολάβηση της πόλης.
Ένας από τους πιο φημισμένους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής, ο Colin Rowe, περιέγραψε κάποτε την ιδέα μιας πόλης η οποία, εκτός των άλλων, θα είναι «ευνοϊκή πηγή ακανόνιστων αλλά προσεκτικά επιλεγμένων πληροφοριών». Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» στο ανά χείρας τεύχος προτείνουν μια αρχιτεκτονική διαδρομή σε ορισμένα έργα του Δημήτρη Πικιώνη, στην Αθήνα.
Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός και για ορισμένους περίεργος, που πέρασε ήσυχα τη ζωή του σχεδιάζοντας ασταμάτητα και διδάσκοντας στο Πολυτεχνείο.
Στα γραπτά, στη ζωγραφική, στα λιγοστά κτίρια και στις υπαίθριες διαμορφώσεις που μελέτησε, αποκαλύπτει έναν κόσμο μελαγχολικό και σκιρτήματα φυσιολατρίας.
Στην πραγματικότητα όμως ήταν κάτι πιο σύνθετο: ένας αρχιτέκτονας-στοχαστής (ο Αρης Προβελέγγιος έλεγε πως είχε αποστηθίσει ολόκληρα κομμάτια του Αισχύλου) που δοκίμασε μια μορφή ασκητείας στην κατάκτηση της «αυθεντικότητας» και πάνω απ' όλα έβαζε την μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική.
Η αίσθηση που έχω από τα έργα του είναι εκείνη ενός δέους που κατορθώνει να κάνει την αρχιτεκτονική ενδόμυχη υπόθεση. Ποτέ δεν με συνεπήρε η διατυμπανισμένη σχέση τους με την παράδοση και η αόριστη εξιδανίκευση της μαστορικής ή του τεχνίτη, που ενθάρρυνε ο αρχιτέκτονας. Ο ίδιος μάλιστα αργότερα στις σημειώσεις του για μια ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών θα τη γενικεύσει, μιλώντας για την «ενιαία παράδοση του πλανήτη» που απλώνεται από την Ανατολή στη Δύση και από τον Βορρά στη Μεσημβρία.
Το ωραιότερο ή ίσως το σημαντικότερο σπίτι που μελέτησε ο Πικιώνης είναι το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη - Μενεγάκη (1949) στην Κυπριάδου. Πρόκειται για το πρώτο παράξενο «κτίριο-τοπίο» που είδα στη ζωή μου, στη γειτονιά της παιδικής ηλικίας. Με έλκυε πάντα η αίσθηση του μυστηρίου που εξέπεμπε αυτό το σπίτι: το εσωτερικό του φαινόταν μέσα από μια αχλύ που καλλιεργούσε την εντύπωση του Μυστικού («Το παιδί μαθαίνει ακούγοντας μυστικές φωνές μέσα του», έλεγε ο Πικιώνης). Η σημερινή του εγκατάλειψη επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κατοίκηση δίχως μυστικό.
Στο σπίτι αυτό και πιο πλουσιοπάροχα στην Οικία Ποταμιάνου (1954) οι αναφορές στην παράδοση συνυπάρχουν αιφνιδιαστικά με μοντέρνα στοιχεία, αναστρέφοντας την προβεβλημένη ιδιοσυγκρασία του αρχιτέκτονα. Η ιδέα της κατοίκησης φαντάζει πιο αληθινή (δηλαδή αντιφατική) και το σπίτι-εργαστήριο της γλύπτριας λιγότερο ιδεοληπτικό. Μια τέτοια συνύπαρξη μπορεί να έκανε επιφυλακτικούς τους ιστορικούς (που το υποτίμησαν) και τους δογματικούς οπαδούς ενός αρχιτέκτονα, που περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο ενδιαφέρθηκε για τους υπαινιγμούς της μορφής.
Περπάτησα κάποτε το σπίτι τής Μενεγάκη και είδα τις κρυφές ατμόσφαιρες, τις χειροποίητες φαντασιώσεις του αρχιτέκτονα και το φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας, η οποία έλεγε ότι ο Πικιώνης όταν χτιζόταν το σπίτι πήγαινε τα βράδια μ' ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές. «Τα μεσόφωτα», θα γράψει ο Πικιώνης στο «Πρόβλημα της μορφής» αναφερόμενος στον Ροντέν, «είναι η ζωή του πλαστικού έργου». Αν η εικόνα αυτού του σπιτιού γοητεύει είναι γιατί φέρνει στη σκέψη μας τον νοτιά και μια αρχιτεκτονική που είναι μοντέρνα και ταπεινή με ανορθόδοξο τρόπο.
Το ίδιο συναίσθημα του δέους και του νοτιά προκαλούν και οι διαμορφώσεις του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και τον Λόφο του Φιλοπάππου, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και το Τουριστικό Περίπτερο (1951-1957) και ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης (1961-1964). Περπατώντας ξανά σήμερα σ' αυτούς τους χώρους, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που θαυμάζω περισσότερο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αφομοιώνουν την παράδοση, ο «επιστρεπτικός» τους χαρακτήρας (που ήταν μια από τις τρεις αρχές που ανέφερε ο Σικελιανός στον Πικιώνη), αλλά η αργή και ήσυχη ζωή που υπονοούν: ένας αργόσυρτος χρόνος αισθημάτων, ο οποίος μας κάνει να βλέπουμε διαφορετικά, απενοχοποιώντας τις λεπτεπίλεπτες διακοσμήσεις και τις αδρές λεπτομέρειες· μια γαλήνια αρχιτεκτονική που μοιράζει ευγενικά στιγμές αναμονής, στιγμές ηδείας νωθρότητας και εικόνες για ν' ανακαλύψεις.
Περισσότερο από μια επιδεικτική σχέση με την παράδοση μια τέτοια αρχιτεκτονική εκφράζει απέναντί της μια «εράσμια» (αυτή είναι η επόμενη αρχή του Σικελιανού) αμηχανία που εξευγενίζει. Κάτω από αυτό το πνεύμα, πρέπει να δούμε και την εμμονή που είχε ο αρχιτέκτονας με το τοπίο και τον γεωφυσικό περίγυρο. «Η αρχιτεκτονική του Πικιώνη βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από τη γη. Και μαζί ο αρχιτέκτονας». Αυτή είναι η πιο καίρια παρατήρηση που θα κάνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Η χθόνια καταγωγή της αρχιτεκτονικής και συνάντησή της με μία (επιτρέψτε μου την έκφραση) σχεδόν παγανιστική μυστικοπάθεια: «Η γη αυτή, σπάργανο, σάβανο, σπλάγχνο και λάκκος, επιβάλλει τις μορφές, προσδιορίζει τα μέτρα, οργανισμός ζωντανός, πάντα ο ίδιος και πάντα ένας άλλος». Ο ίδιος άλλωστε ο Πικιώνης θα γράψει μια φράση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τη διατυπώσει έτσι: «Ήταν φορές που αισθανόμουν πως εις τα θεμέλια που εισχωρούσαν βαθιά στη γη, εις τους ογκώδεις τοίχους και τις καμάρες των, ήταν η ψυχή μου που εντοιχιζόταν εις το ανώνυμο πλήθος των...».
Παραδοσιακός ή μοντέρνος;
Στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που δημοσίευσε ο αρχιτέκτονας στον «Ζυγό», το 1958, θα γράψει: «Όταν το κίνημα τούτο το γνώρισα [εννοεί το σύγχρονο κίνημα], είδα πως ένα βήμα με χώριζε από κείνο. Αν οι οξυδερκέστεροι από μας το παραδεχτήκαμε τότε ήταν για τους λόγους τούτους: Πως υποσχόταν την πλήρωση της οργανικής αλήθειας, πως ήταν αυστηρό και απλό και το κυβερνούσε μια γεωμετρία ενός καθολικού σχήματος, ικανού να συμβολίσει την εποχή μας. Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίστηκε περί το 1933. Όταν τελείωσε, δεν με ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάστηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητος· είν' απ' τις σκέψεις τούτες που βγήκαν: το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης (1935), η πολυκατοικία Χέυδεν (κάτοψη Μητσάκη - 1938), το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη (1949)».
Αυτός ο διαχωρισμός του Πικιώνη προκάλεσε σειρά παρενεργειών που έφτασαν στο σημείο να χαράξουν μια γραμμή Μαζινό ανάμεσα σε μια πρώτη «μοντέρνα» περίοδο και μια δεύτερη «στο πνεύμα της εθνότητας». Μπορεί βέβαια με τον τρόπο αυτό να δήλωνε τη συγκατάθεσή του στις διάχυτες στη γενιά του 1930 αντιλήψεις περί ελληνικότητας, για τις οποίες συνέβαλε αποφασιστικά. Καλλιέργησε όμως μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις που δεν μας αφήνει να διακρίνουμε το συνεκτικό στοιχείο που διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη το έργο του: τη σταθερή, δηλαδή, διατήρηση του αινίγματος μέσα στη διαφορά.
Μια αινιγματική μορφή
Ο Πικιώνης έγινε λοιπόν ο πιο γνωστός αλλά και ο πιο παρεξηγημένος από τους Έλληνες αρχιτέκτονες. Θα έλεγα μάλιστα ότι η φήμη του έγινε ευθέως ανάλογη της σύγχυσης που επικρατεί γύρω από το έργο του. Έτσι, λοιπόν, ο αρχιτέκτονας που τυγχάνει σήμερα μιας ευρείας αναγνωρίσεως σε όλο τον κόσμο, με εκθέσεις, αφιερώματα και μνημειώδεις εκδόσεις (αναφέρω την πρόσφατη της «Εlecta» και τη «Χίο» του «Ινδίκτου»), έχει μείνει στους περισσότερους, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ως ένας υπερασπιστής της παράδοσης, ως ένας αξιοσέβαστος αρχαιολάτρης που δόξασε το ελληνικό τοπίο: με λίγα λόγια, ένας εξόριστος από την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι «συνεχιστές» του Πικιώνη πρόβαλλαν όλα αυτά τα χρόνια το έργο του με λανθασμένο τρόπο, σαν μια μονοδιάστατη άρνηση καθετί καινούργιου, έχοντας συχνά ευρύτερους στόχους. Και είναι πράγματι παράξενο ότι οι λαθραίες παγίδες των σχηματοποιήσεων, καθώς και ο «αποκαλυπτικός» και μίζερος τόνος τους, αναπαράγονται στο διηνεκές, ακόμη και σε μερικούς νεώτερους που θεωρούν το έργο του παρωχημένο, μακριά από τις νέες δυναμικές της «μετά-πόλης».
Ο Πικιώνης όμως είναι κι αυτός, μ' έναν σύνθετο και κριτικό τρόπο, ένας από τους «εισηγητές» της νεωτερικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, προτάσσοντας πάντα ως μότο και ελπίδα τη φράση: «Να μοιάσουμε μ' αυτό που πραγματικά είμαστε» (1950). Διευκρινίζω όμως για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις: αν σήμερα όλη η αρχιτεκτονική είναι νεωτερική ή μετα-νεωτερική δεν σημαίνει ότι είναι με τον τρόπο του Πικιώνη. Η πραγματική συνεισφορά του δεν είναι η τυφλή άρνηση του μοντέρνου, αλλά ο ανθρωπολογικός και μεταφυσικός εμπλουτισμός του. Από εδώ ίσως πηγάζει η «συναισθηματική» (μια λέξη που επαναλάμβανε συχνά) και η μελαγχολική φλέβα του έργου του.
Σκεφθείτε τις πολυσυζητημένες αναφορές του στον κυβισμό, τα απροκατάληπτα και αλλόκοτα «εμφυτεύματα» του μπετόν σε σχήματα που μοιάζουν θρεμμένα από την ικμάδα της «παράδοσης του πλανήτη» και τις στενές σχέσεις που διατηρούσε μ' έναν άτεγκτο νεωτεριστή πολεοδόμο σαν τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή που γράφει για την «απόλυτη ενότητα» που έχουν «οι ρίζες ενός έθνους» και συζητά με τον Φώτη Κόντογλου για εκείνο το παράξενο και καθαρτήριο αεράκι που περνά από την Κυπριάδου και ενώνει την Πεντέλη με τον Πειραιά.
Αυτοί οι ανορθόδοξοι συνδυασμοί και οι παράδοξες λεπτομέρειες απεχθάνονται την καθαρότητα και την απογύμνωση, μεταμορφώνουν την τάξη των γνώριμων μορφών, αναδεικνύοντας τον Πικιώνη στην πιο αινιγματική μορφή της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά του από τον 'ρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος κάποτε κατέφυγε σε ενοχλητικά περιγέλαστα λόγια για το όνομα και τις απωανατολίτικες επιρροές του. Ο Πικιώνης, όπως όλοι οι μυστικιστές αρχιτέκτονες, διαισθάνθηκε ότι η λαϊκή τέχνη βρίθει από τέτοιες αλλόκοτες «παραμυθίες» (θυμηθείτε το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα), τις οποίες αισθανόμαστε εντελώς φυσικές και οικείες. Αν όχι από τον Νίκο Πολίτη ή τον Μέγα, σίγουρα από τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Πεντζίκη γνωρίσαμε την ύπαρξη μιας «λαϊκής μαγείας» και «μαγγανείας», η οποία επιχείρησε την αποκρυπτογράφηση της φύσης, δίνοντας μέτρο ισορροπίας ακόμη και στις πιο «σκοτεινές» περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ξέρουμε σήμερα ότι μια τέτοια στρατηγική συναντήθηκε κάποτε με τον υπερρεαλισμό, του οποίου ο απόηχος δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί.
Να γιατί πολλοί μιλώντας για τον Πικιώνη απωθούν επιμελώς ό,τι δεν εξυπηρετεί το ιδεολόγημά τους, το οποίο κατ' ευφημισμόν ονομάστηκε «σαφής ερμηνευτικός στόχος». Αν σήμερα τοποθετούμε την αρχιτεκτονική στο κέντρο μιας ευρύτερης πολιτισμικής θεώρησης, κατά έναν μεγάλο βαθμό το οφείλουμε στον Πικιώνη. Αυτό που στην πραγματικότητα αναδύεται είναι ένα ατελές πολιτισμικό σχέδιο, το οποίο στη σημερινή, μετα-βιομηχανική, εποχή οι περισσότεροι το συγκρίνουν με τη σύγχρονη δημιουργία. «Ελιμπίσθηκα το ανέφικτο», θα γράψει σε μια υποσημείωσή του ο Πικιώνης, συνοψίζοντας με τη δύναμη της επιθυμίας όλο το έργο του.
Πού θα δείτε έργα του
Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη, Γρυπάρη 1, Κυπριάδου
Οικία Ποταμιάνου, Νιόβης και Βασιλέως Παύλου 1, Φιλοθέη
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Ο διαμορφωμένος χώρος γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο Φιλοπάππου,
Αγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης και Τουριστικό Περίπτερο Φιλοπάππου
Παιδική χαρά, Λεωφόρος Ελ. Βενιζέλου, Φιλοθέη
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27, Πλ. Βικτωρίας
Οικία Σταματοπούλου, Αγίας Λαύρας και Λασκαράτου, Πατήσια
Ξενοδοχείο Ξενία, Δελφοί
Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης
Φιλοπάππου, Λουμπαρδιάρης
Πρόκειται για το πιο γνωστό έργο της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ένα πραγματικό δίκτυο με μικρά κτίσματα αναπτύσσεται στον αρχαιολογικό χώρο, βασισμένο στην αρχιτεκτονική της κίνησης (και εφαρμόζοντας ορισμένες από τις χαράξεις της θεωρίας του Κ.Α. Δοξιάδη για τη «Διαμόρφωση του χώρου στην αρχαία αρχιτεκτονική»). Όλα αυτά ο Πικιώνης τα δούλεψε με Ναξιώτες μαρμαράδες και μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Αντωνακάκης, θα πει: «Εργάζεται με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Είναι σχεδόν κάθε μέρα στο εργοτάξιο. Συνεργάζεται με τους μαστόρους, εξηγεί, ρωτάει, σχεδιάζει, στοχάζεται, αποφασίζει... Συγκεντρώνει τα μαρμάρινα και πήλινα κομμάτια από την κατεδαφιζόμενη χωρίς συστολή Αθήνα του 19ου αιώνα, επιχειρώντας ένα γιγάντιο "κολάζ" από τα περασμένα και τα τωρινά».
Παιδική χαρά, Φιλοθέη
Αυτός ο «παιδικός κήπος», όπως τον ονόμαζε ο Πικιώνης, περιλαμβάνει χώρους παιχνιδιού για μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά, παιχνίδια, μια μικρή λίμνη, μια κρήνη, ένα γεφυράκι, το σκαρί μιας βάρκας, τα κουπιά και τα απλωμένα της δίχτυα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της έγινε με αυτοσχεδιασμούς, χωρίς σχέδια. Στο έργο αυτό ο αρχιτέκτονας βλέπει «την παγκόσμια παράδοση ωσάν κάτι ενιαίο, που υπακούει στις "αίδιες" αρχές (οι αρχές της παράδοσης είναι "αΐδιες", οι μορφές παραλλάσσουν)».
Οικία Ποταμιάνου, Φιλοθέη
Στο εσωστρεφές ισόγειο του σπιτιού βρίσκονται τα υπνοδωμάτια και η τραπεζαρία με έναν εντυπωσιακό λιθόκτιστο τοίχο και την τραχιά επιφάνεια της μαύρης μαρμαρόπλακας δέκα τετραγωνικών μέτρων. Στον όροφο οι χώροι υποδοχής και ανάπαυσης διαθέτουν ιδεώδη θέα που αξιοποιεί την κλίση του βραχώδους τοπίου. Το σπίτι αυτό, θα πει ο συνεργάτης του Πικιώνη, Αλ. Παπαγεωργίου, επιχειρεί μια «σύζευξη του πνεύματος της Aπω Ανατολής με το πνεύμα της Δύσης».
Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη
Η κατοικία και εργαστήριο της γλύπτριας Φρόσως Μενεγάκη αναπτύσσεται αποσπασματικά γύρω από ένα καλοσχεδιασμένο αίθριο, το οποίο δημιουργεί μια εσωτερική εποπτεία και ένα ολοκληρωμένο συναίσθημα. Σύμφωνα με τον Πικιώνη, η αρχιτεκτονική του αντανακλά τη σύνθεση του «οικουμενικού πνεύματος» με το «πνεύμα της εθνότητας». Η γλύπτρια έλεγε ότι ο Πικιώνης, όταν χτιζόταν το σπίτι, πήγαινε τα βράδια με ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα, γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές.
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27
Στον ίδιο δρόμο υπήρχε και το Θερινό Θέατρο Κοτοπούλη που μελέτησε ο Πικιώνης το 1933, σύμφωνα με τις αρχές «του αρχαίου και του ιαπωνικού θεάτρου». Στην πολυκατοικία ο Πικιώνης σχεδίασε την πρόσοψη σε κατόψεις του αρχιτέκτονα Κ. Μητσάκη. Την καλύτερη περιγραφή του κτιρίου τη συναντάμε σε ένα δημοσίευμα της «Τέχνης», το 1938: «Για πρώτη φορά... νιώθουμε αγάπη για το τσιμέντο. Ο Πικιώνης άφησε το τσιμέντο, με το χρώμα του και την υφή του, να φανερώνει τον σκελετό της οικοδομής και περιόρισε τα επιχρίσματα στους ενδιάμεσους τοίχους, όπως γινόταν με την ξυλοδεσιά και τον τσατμά στα ελληνικά σπίτια της Μακεδονίας».
Στο φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας στα Ανω Πατήσια (Γρυπάρη 1) συνυπάρχουν μοντέρνα με παραδοσιακά στοιχεία. Μετά τον θάνατο της Μενεγάκη η εγκατάλειψη του σπιτιού αυξάνει την αίσθηση του μυστηρίου
Η πολυκατοικία αυτή αποκαλύπτει το είδος της νεωτερικότητας που κατέκτησε ο Πικιώνης για την ελληνική αρχιτεκτονική. Όλα τα στοιχεία διαθέτουν μια λεπτότητα στην επεξεργασία και μια νομιμοποίηση στην ιστορία.
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Μοιάζει παράξενο το ότι το σχολείο αυτό, παρ' ότι απλώνεται με εξαιρετική «τοπογραφική ευαισθησία» στον λόφο του Λυκαβηττού και υλοποιεί μια έξοχη «αλληλεξάρτηση των πολιτιστικών φαινομένων και της φύσης», δεν ανήκει στα αγαπημένα έργα του αρχιτέκτονα. Αυτό που το κάνει πάντως ξεχωριστό είναι η διάταξη των καθαρών μοντέρνων όγκων στο επικλινές έδαφος και ο ανοιχτός χώρος για υπαίθρια μαθήματα, που διαθέτουν όλες οι αίθουσες διδασκαλίας.
Το σχολείο αυτό εντάσσεται σ' ένα πρόγραμμα ευρείας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της δεκαετίας του 1930. Από πολλούς θεωρείται ένα αριστούργημα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.
Δημήτρης Πικιώνης, slideshow
Μια παρουσίαση που φτιάξαμε στο Πειραματικό Γυμνάσιο Τρίπολης σαν ξενάγηση στην έκθεση "Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968" του Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα.
Η παρουσίαση έγινε για εκπαιδευτική χρήση. Βασιστήκαμε στο εκπαιδευτικό υλικό που μας παραχώρησε το Μουσείο Μπενάκη, στον κατάλογο της έκθεσης και σε πηγές από το ίντερνετ.
Προσθέσαμε μερικές συγκρίσεις με έργα του Παρθένη και του Cezanne, με έργα από την αρχαιότητα και τη λαϊκή τέχνη/αρχιτεκτονική.
Η παρουσίαση έγινε για εκπαιδευτική χρήση. Βασιστήκαμε στο εκπαιδευτικό υλικό που μας παραχώρησε το Μουσείο Μπενάκη, στον κατάλογο της έκθεσης και σε πηγές από το ίντερνετ.
Προσθέσαμε μερικές συγκρίσεις με έργα του Παρθένη και του Cezanne, με έργα από την αρχαιότητα και τη λαϊκή τέχνη/αρχιτεκτονική.
Μια σελίδα και ένα ντοκιμαντέρ για τον οικισμό "Αιξωνή"
"Ενημερωθείτε για την παραγωγή ταινίας με φωτορεαλιστική αναπάρασταση του οικισμού Αιξωνή" μας ενημερώνει η σελίδα του Μουσείου Μπενάκη για την έκθεση του Δημήτρη Πικιώνη.
Και όντως ενημερωθήκαμε! Και το link μας οδήγησε σε ένα ωραίο site που βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που είχε ο Πικιώνης στο μυαλό του σχεδιάζοντας τον -απραγματοποίητο τελικά- οικισμό "Αιξωνή".
Κάντε κι εσείς μια βόλτα πατώντας στο σύνδεσμο ή αντιγράφοντας αυτή τη διεύθυνση: http://www.pikionisaixoni.com/
Και όντως ενημερωθήκαμε! Και το link μας οδήγησε σε ένα ωραίο site που βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που είχε ο Πικιώνης στο μυαλό του σχεδιάζοντας τον -απραγματοποίητο τελικά- οικισμό "Αιξωνή".
Κάντε κι εσείς μια βόλτα πατώντας στο σύνδεσμο ή αντιγράφοντας αυτή τη διεύθυνση: http://www.pikionisaixoni.com/
Δευτέρα 30 Μαΐου 2011
Ο Πικιώνης με απλά λόγια
Με απλά λόγια η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του Πικιώνη:
-συνδυάζει μοντερνισμό και παράδοση
-συνδυάζει λειτουργικότητα και αισθητική
-αναζητά την απλότητα
-εμπνέεται από τη φύση, τη λαϊκή αρχιτεκτονική και τέχνη
-αναζητά μια εθνική ταυτότητα (συνδυάζοντας το σύγχρονο με στοιχεία του παρελθόντος, ειδικά βυζάντιο και λαϊκή τέχνη)
-αξιοποιεί τα φυσικά υλικά (πέτρα-ξύλο) και το φυσικό μεσογειακό φως
-δίνει μεγάλη έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο (αυλή, δέντρα και φυτά του τόπου μας) δημιουργώντας μια "φιλική προς το περιβάλλον" αρχιτεκτονική
-έχει κοινωνικό, αισθητικό και περιβαλλοντικό όραμα (κάτι που είναι ορατό τόσο στο σχεδιασμό δημόσιων χώρων όσο και στα σχέδια του -κάποια ανολοκλήρωτα ή μη υλοποιημένα- για ολόκληρους οικισμούς, όπως της Αιξωνής)
Κεντρική ιδέα στο έργο του είναι η πίστη οτι η φύση και κατ' επέκταση το τοπίο και η αρχιτεκτονική είναι έμψυχες οντότητες που διέπονται από ιερότητα, προκαλούν δέος και εμπνέουν σεβασμό.
Αξίζει να σημειώσουμε οτι έννοιες που σήμερα θεωρούμε "πρωτότυπες" και σύγχρονες", όπως η "βιοκλιματική αρχιτεκτονική" και τα "πράσινα κτίρια", στην εποχή του -όπου προταγωνιστούσε το μπετόν- ήταν ανύπαρκτες. Από αυτή την άποψη όλη η αρχιτεκτονική φιλοσοφία -και φιλοσοφία ζωής- του Πικιώνη είναι άκρως πρωτοποριακή και πολύ μπροστά από την εποχή της και αξίζει την προσοχή μας.
Σχέδιο κάτοψης «Ξενία» Δελφών:


Οικία
-συνδυάζει μοντερνισμό και παράδοση
-συνδυάζει λειτουργικότητα και αισθητική
-αναζητά την απλότητα
-εμπνέεται από τη φύση, τη λαϊκή αρχιτεκτονική και τέχνη
-αναζητά μια εθνική ταυτότητα (συνδυάζοντας το σύγχρονο με στοιχεία του παρελθόντος, ειδικά βυζάντιο και λαϊκή τέχνη)
-αξιοποιεί τα φυσικά υλικά (πέτρα-ξύλο) και το φυσικό μεσογειακό φως
-δίνει μεγάλη έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο (αυλή, δέντρα και φυτά του τόπου μας) δημιουργώντας μια "φιλική προς το περιβάλλον" αρχιτεκτονική
-έχει κοινωνικό, αισθητικό και περιβαλλοντικό όραμα (κάτι που είναι ορατό τόσο στο σχεδιασμό δημόσιων χώρων όσο και στα σχέδια του -κάποια ανολοκλήρωτα ή μη υλοποιημένα- για ολόκληρους οικισμούς, όπως της Αιξωνής)
Κεντρική ιδέα στο έργο του είναι η πίστη οτι η φύση και κατ' επέκταση το τοπίο και η αρχιτεκτονική είναι έμψυχες οντότητες που διέπονται από ιερότητα, προκαλούν δέος και εμπνέουν σεβασμό.
Αξίζει να σημειώσουμε οτι έννοιες που σήμερα θεωρούμε "πρωτότυπες" και σύγχρονες", όπως η "βιοκλιματική αρχιτεκτονική" και τα "πράσινα κτίρια", στην εποχή του -όπου προταγωνιστούσε το μπετόν- ήταν ανύπαρκτες. Από αυτή την άποψη όλη η αρχιτεκτονική φιλοσοφία -και φιλοσοφία ζωής- του Πικιώνη είναι άκρως πρωτοποριακή και πολύ μπροστά από την εποχή της και αξίζει την προσοχή μας.
Σχέδιο κάτοψης «Ξενία» Δελφών:

Οικία
Κείμενα για τον Πικιώνη, κείμενα του Πικιώνη και σχέδια
Σε μορφή "ηλεκτρονικού βιβλίου" Scribd τα κείμενα και σχέδια του Δ. Πικιώνη και κείμενα για τον Δ. Πικιώνη από τον Παναγιώτη Τέτση, τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Γιώργο Μπουζιάνη (στην ουσία τα ίδια που είναι δημοσιευμένα στο www.eikastikon.gr, σε άλλη μορφή)
Η Αγνή Πικιώνη ειναι η κόρη του, η οποία και δώρισε τη συλλογή των έργων του στο Μουσείο Μπενάκη.
Η Αγνή Πικιώνη ειναι η κόρη του, η οποία και δώρισε τη συλλογή των έργων του στο Μουσείο Μπενάκη.
Αυτοβιογραφικά σημειώματα του Δ. Πικιώνη
Μια πολύ σημαντική πηγή πληροφοριών για τη φιλοσοφία του Δ. Πικιώνη και τη στάση του απέναντι στην αρχιτεκτονική, την τέχνη και την ίδια τη ζωή είναι τα Αυτοβιογραφικά του Σημειώματα, μια ιδιαίτερη προσωπική αφήγηση της πορείας του, που χρησιμοποιούσε κάποιες φορές αντί βιογραφικού!
Ο Δημήτρης Φιλιππίδης (που υπογράφει ένα από τα κείμενα του καταλόγου της έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη) κάνει μια πολύ ωραία παρατήρηση αναλύοντας αυτό το ιδιότυπο "βιογραφικό" του Δ. Πικιώνη: παρατηρεί εύστοχα ότι το μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται σε εμπειρίες, αισθήσεις και μνήμες από την παιδική του ηλικία!
Ο Πικιώνης στέκεται ακίνητος, μετά από πολλά χρόνια (είναι ήδη 53 ετών), μπροστά στον καθρέφτη και αφηγείται τη ζωή του. Αν προς στιγμή αγνοήσουμε το περιεχόμενο όσων γράφει και μετρήσουμε την έκταση που καταλαμβάνει κάθε περίοδος της ζωής του στο σχετικό κείμενο, τότε παρατηρούμε μια παράδοξη κατανομή. Τα πρώτα 21 χρόνια της ζωής του καταλαμβάνουν συγκριτικά το μεγαλύτερο τμήμα της αφήγησης, μεγαλύτερο και από εκείνο των επόμενων τεσσάρων της ευρωπαϊκής παιδείας, έως την ηλικία των 25 ετών. Αν μάλιστα μετρήσουμε τις τρεις πρώτες χρονικές περιόδους της ζωής του (1887-1923) ως μια ενιαία προπαρασκευαστική ενότητα χρόνου, τότε βλέπουμε πως αυτή κατέχει το 84% του συνόλου του κειμένου. Ο Πικιώνης με άλλα λόγια αναστρέφει σκόπιμα τους συμβατικούς κανόνες μιας αυτοβιογραφίας, οπότε καταγράφει περιληπτικά το άμεσο παρελθόν και καταβυθίζεται με ονειρική διάθεση στο μακρινό παρελθόν της ύπαρξής του. Αυτοαναλύεται ως αρχικά ενστικτώδης και σταδιακά ως περισσότερο συνειδητοποιημένος ερευνητής της ανθρώπινης ύπαρξης. Σημειώνει: «Το παιδί μαθαίνει ακούοντας μυστικές φωνές μέσα του». Μια φράση-κλειδί που δηλώνει χωρίς να εξηγεί.
Μας εξηγεί όμως γιατί το κάνει αυτό: υπακούει σε «μια βαθιάν ανάγκη να μακραίνω εδώ για τα παιδικά τα χρόνια, […] όχι από φιλαυτία, μα για να δείξω […] τη σημασία που έχουν τα πνευματικά τα σπέρματα που η παιδική ηλικία κρύβει μέσα της».
Λέει επίσης: "Το παιδί μαθαίνει ακούοντας μυστικές φωνές μέσα του. Μαθαίνει κάθε στιγμή, κάθε ώρα, την ώρα που πρέπει, όπως αυτό από μόνο του μπορεί να μάθει. Εμάθαινε από όλα, από τη φύση, από τη διαγωγή των ανθρώπων. Αισθανόμουν πως ο καθένας θέλει ιδιαίτερη ανατροφή, ιδιαίτερη παίδευση, ανάλογη με τις κλίσεις του, για να καρποφορήσει, Κι όμως μας αναγκάζουν να διατρέξουμε τη μακριά έρημο μιας συμβατικής παιδείας που απονεκρώνει απειράριθμες ψυχές."
Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο όπως το βρήκαμε στο www.eikastikon.gr
Αυτοβιογραφικά Σημειώματα
"Τον φρονείν βροτούς οδώσαντα,
τω πάθει μάθος θέντα κυρίως έχειν..."
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ το 1887 στον Πειραιά· οι γονείς μου κατάγονται από τη Χίο. Η μητέρα του αείμνηστου Πορφύρα κι η δικιά μου ήταν αδελφάδες, το γένος Συριώτη. Τις εγκύκλιες σπουδές τις πέρασα στον Πειραιά. Κι όποιος ξέρει τι σημασία έχει για το νέο η παρουσία στην κριτική τούτη ηλικία ενός προσώπου σαν τον λαμπρόν εκείνο παιδαγωγό, που θύμιζε αρχαίον Έλληνα, τον αείμνηστο Ιάκωβο Δραγάτση, νιώθει γιατί οι μαθητές του φυλάγουν σ' όλη τους τη ζωή, μέσα στην καρδιά τους, τη μνήμη της μορφής του.
Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί ν' αφιερώσω δυο λόγια στην ιερή μνήμη των γονιών μου. Από εκείνους κρατάνε οι ρίζες του "είναι" μας ...
Στον πατέρα μου, γιο καραβοκύρη, από νωρίς είχε φανερωθεί η κλίση του στη ζωγραφική. Από τον ίδιο ξέρω πως ήταν 16 χρονών όταν ζωγράφισε τη ναυμαχία που έγινε έξω από το λιμάνι της Σύρας, ανάμεσα στη ναυαρχίδα του Χόβαρτ-πασά και τη δικιά μας την "Ένωση", το 1868, και πως την εικόνα τούτη την έστειλε ο Άγγλος πρόξενος στην εφημερίδα "New York Daily Mail" . Στους κυριακάτικους περιπάτους μας στο λιμάνι με το θείο μου το Συριώτη και τα ξαδέλφια μου, ο πατέρας μου δεν μπορούσε να μη σταματήσει μπροστά σ' ένα όμορφο σκαρί για να μας δείξει την ομορφιά του και να μας κάνει να το προσέξουμε. Συχνά με σταματούσε μπροστά σ' ένα σπίτι και μου εξηγούσε πως οι αναλογίες του θα κέρδιζαν πολύ αν ήταν τόσους πόντους λ.χ. ψηλότερο ... Από κείνον έμαθα τους λαϊκούς όρους «γάρμπος», «χούι» κ.ά.
Όσο για τη μητέρα μου, ήταν ένας σπάνιος ηθικός τύπος. Εις το άκρον ευαίσθητη, συμπάσχοντας βαθύτατα εις τις ατυχίες των άλλων, μα ταυτόχρονα αυστηρή και δίκαιη κι ανιδιοτελής, ποθώντας πάντα το καλό της Ελλάδας.
Είναι των ηθικών και καλλιτεχνικών τούτων ροπών που αισθάνουμαι την κληρονομιά μέσα μου, κάποτε αρμονικά ενωμένων συναμεταξύ τους, κάποτ' εναγώνια διχασμένων κι αντιτιθεμένων.
Είχα το σπάνιο προνόμιο νά' χω ξάδελφο έναν ποιητή. Από το στόμα του, του αείμνηστου, πρωτάκουσα τα τραγούδια του λαού μας, του Σολωμού και των άλλων. Μαγικός κόσμος ανοίχτηκε στα μάτια του παιδιού ... Του χρωστώ αιώνια αγάπη και ευγνωμοσύνη. Κι αναμφίβολα χρέος μου είναι εδώ να μνημονεύσω τον Νιρβάνα, τον Λαμπελέτ, το Μελά, το ζωγράφο Μηλιάδη, που πάντοτε μου παραστάθηκαν· θά' θελα επίσης ν' αναθυμηθώ τους συμμαθητές μου, κι ιδιαίτερα το Δημ. Μπότσαρη, που μαζί του δέθηκα μ' αγνότητα και παντοτινή φιλία.
Είχε ενωρίτατα εκδηλωθεί η κλίση μου για τη ζωγραφική. Κι αναθυμούμενος τα παιδικά τα χρόνια, βρίσκω πως μέσα στο βρέφος, μέσα στο παιδί, στα ορμήματα της ψυχής του και στους αδιατύπωτους στοχασμούς του, στις αδυναμίες και τις δυνάμεις του, κρύβεται αυτούσιος ο χαρακτήρας του μεγάλου, η μοίρα της ζωής του ολάκερης. Κι αγκαλά και ξέρω πως ο χώρος δεν μου το επιτρέπει, αισθάνουμαι μια βαθιάν ανάγκη να μακραίνω εδώ για τα παιδικά μου χρόνια το λόγο, προτιμώντας των άλλων παρά τούτων να συντομέψω την εξιστόρηση, και τούτο όχι από φιλαυτία, μα για να δείξω, απάνω στο προσωπικό μου αναγκαστικά παράδειγμα, τη σημασία που έχουν τα πνευματικά τα σπέρματα που η παιδική ηλικία κρύβει μέσα της.
Θυμάμαι πως κρατούσα κάποτε ένα πήλινο αλογάκι με πόδια υπερβολικά χοντρά κι έλεγα μέσα μου: «Τα πόδια του είναι βέβαια χοντρά κι άσκημα, όμως δε θα μ' άρεσε να είναι λιγνά σαν του αλόγου ... Κάποια αιτία κάνει να είναι χοντρά ... του πρέπουν , καθώς είναι φτιαγμένο από πηλό. Αληθινά, έτσι χοντρά, τώρα μ' αρέσουν ...» Τι είναι η παρατήρηση τούτη, έτσι όπως το παιδικό μυαλό τη μόρφωσε, παρά ο πρόγονος της αλήθειας που ξέρει ο σοφός πως η τέχνη είναι η αναγωγή η αρμόδια εις την ύλην της μίμησης; Κι όταν κάποτε ένας θειός μου, απλός άνθρωπος, με παρακάλεσε να του ζωγραφίσω ένα γαϊδουράκι, τό 'κανα αποσπώντας των άλλων τον έπαινο, μένοντας όμως εγώ με την υπόνοια πως, παρά την αληθοφάνειά του, χρειαζόταν κάτι άλλο για να καταξιώσει την έκφρασή του. Και να που το μάθημα ήρθε κιόλας πάνω στην ώρα: «Έλα τώρα να σου ζωγραφίσω κι εγώ ΄ένα», μου πρότεινε ο θειός μου. Αλλ' ιδού πως σ΄αυτό, αγκαλά κι ατελέστερο, έλαμπε ένα κατιτί, αυτό που τόσο τ' αποζητούσα χωρίς να το ξέρω, αυτό που, καθώς θα μάθαινα πολύ αργότερα, αθετεί σύνεσιν συνετών και καταισχύνει σοφίαν σοφών. Και δεν είναι αυτή η έκφραση, η αποκάλυψη τούτης της βαθύτερης που για όλη μας τη ζωή αγωνιζόμαστε και την προσμένουμε ως αντιμισθία των μόχθων μας;
Μια φωνή μου έλεγε πως δεν ήρθαμε σε τούτο τον κόσμο με τη συγκατάθεσή μας, μα εκτίοντας κλάποιο πταίσμα. Κάποτε έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα: «Είμαι αγνός;». Αλλά σύγκαιρα διερωτώμουν: «Αλλ' από πού ξέρω τι είναι αγνότητα ... Από που μπορώ να ξέρω το νόημά της;». Μου επαναλάμβαναν πως πρέπει νά' μαι πάντα καλός.. Και προσπαθούσα να είμαι, μα μέσα μου είχα την υποψία μην είμαι καλός από αδυναμία ... Είχα το αίσθημα της δικαιοσύνης, και κάποτε πάλαιψα να την υπερασπίσω ανάμεσα σε δύο το ίδιο προσφιλή πρόσωπα, θέτοντας τα παιδικά μου αισθήματα σε φοβερή δομκιμασία.
Το παιδί μαθαίνει ακούοντας μυστικές φωνές μέσα του. Μαθαίνει κάθε στιγμή, κάθε ώρα, την ώρα που πρέπει, όπως αυτό από μόνο του μπορεί να μάθει. Εμάθαινε από όλα, από τη φύση, από τη διαγωγή των ανθρώπων. Αισθανόμουν πως ο καθένας θέλει ιδιαίτερη ανατροφή, ιδιαίτερη παίδευση, ανάλογη με τις κλίσεις του, για να καρποφορήσει, Κι όμως μας αναγκάζουν να διατρέξουμε τη μακριά έρημο μιας συμβατικής παιδείας που απονεκρώνει απειράριθμες ψυχές. Από νωρίς αισθανόμουν την ανάγκη ενός παιδαγωγού που θα διάβαζε μέσα στην ψυχή μου και θα μπορούσε να με ποδηγετήσει. Η φύση και η αγνή φιλία ανάμεσα στους όμοιους μου ήταν άλλος ένας πολύτιμος δάσκαλος.
Εκεί κάτω, εις τα βράχια της Φρεαττύδας που καθημερινά μας πήγαινε την αδερφή μου κι εμένα η γιαγιά μας, ανάμεσα στα τραχιά εκείνα βράχια, όπου η αύρα έσειεν απαλά το μίσχο του φυτού που που φύτρωνε στις κουφάλες των βράχων, στο χώμα το θεοφόρο, το σπαρμένο από τα θραύσματα των αγγείων, ανάμεσα από τα χαίνοντα πηγάδια που μου μιλούσαν για τους αρχαίους κατοίκους αυτής της γης, της γης μου, εμόρφωνα τη συνείδησή της, έπλαθα την ιστορία της ...
Κατά τη διάτρκεια ακόμα των γυμνασιακών μου σπουδών, έκανα συχνά οδοιπορίες εξερευνώντας το αττικό τοπίο. Από το Μοσχάτο, διασχίζοντας τον ελαιώνα, έφτανα ως τους βράχους του Φιλοπάππου και την Ακρόπολη ή, ακολουθώντας τις όχθες του Κηφισού, ως την Ιερά Οδό ... Αργότερα διέσχιζα το ερημικό τοπίο ως την Καισαριανή. Αλλά ποιος μπορεί να διηγηθεί επάξιά τους τι ήταν για τα μάτια του νέου που επάνω τους ήταν ριγμένος ακόμα ο μαγικός πέπλος της ποίησης.(1) Τι εσήμαιναν γι' αυτόν οι μοναχικές τούτες οδοιπορίες. Ποια χαρά εχάριζε στην ψυχή η θέα του ανασκαλεμένου χώματος των περιβολιών που άχνιζε κάτω από τις πυρές αχτίδες του ήλιου!... Ω, πια χαρά στην αναπάντεχη θέα ενός άγνωστου γκρεμνού, μιας συστάδας από ελιές. Και το διάβα ανάμεσα στον ιερό ελαιώνα. Και οι υπώρειες τούτες της Αθήνας, οι υπώρειες και οι βράχοι ... Κι οι σπηλιές των γκρεμνών γύρω απ' της Παλλάδας το βράχο, και ο τρισεύγενος ναός της ... Πέρα, των βουνών και των λόφων η μουσική αρμονία. Και ο αγνότατος αιθέρας, και το λαμπρότατο φως, και των ωρών του δειλινού η ανείπωτη αρμονία.
Το 1903 αποφοίτησα από το Γυμνάσιο. Έπρεπε να διαλέξω ένα επάγγελμα. Μπορούσα να πάω στις Ινδίες, όπως τ' αδέλφια της μάνας μου. Εκεί στις Ινδίες θα γνώριζα την τέχνη και την φιλοσοφία ενός από τους μεγάλους πολιτισμούς του κόσμου. Μα άφησα να μου ξεφύγει η σπάνια ευκαιρία· όπως τόσες άλλες φορές, κάτι μ' εμπόδισε και τότε ν' ακολουθήσω το σωστό δρόμο. Το 1904 εμπήκα στο Πολυτεχνείο. Ήταν η τάξη του Ορλάνδου, του αείμνηστου Ιωσήφ Πεσταρίνη, που έγινε ένας από τους 4-5 διάσημους ηλεκτρολόγους της εποχής μας και που μαζί του δέθηκα μ' αγνή φιλία. Απέναντι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, φοιτούσε ο Καντζίκης, Ο Μπουζιάνης και ο de Chirico. Ο Μπουζιάνης ήταν πολύ άγριος για να τον πλησιάσω. Δεν ανεχόταν μάλιστα τις συχνές κι αυθαίρετες επισκέψεις μου στην 7η τάξη όπου δούλευαν. Αντίθετα, με τον de Chirico είχα από τότε στενότατα συνδεθεί, συζητώντας ώρες μακριές κάτω από τις στοές του Πολυτεχνείου για τη Ζωγραφική και τα μελλοντικά σχέδιά μας.
Είχα ήδη κάμει τη γνωριμιά του Καμπούρογλου και του Περικλή Γιαννόπουλου. Ο πρώτος ήταν ο Αθηναίος πρεσβύτης που λες κι εξεπήδησε από αρχαίο ανάγλυφο. Μπροστά του είχες την αίσθηση πως εκείνος είναι ο γηγενής αυτής της χώρας και πάροικοι οι άλλοι. Ο Γιαννόπουλος ... Περίμεναν απ' αυτόν νά 'ναι αυτό που στην εποχή του δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Ας μας αρκέσει ότι ενσάρκωνε ο ίδιος το ευγενέστερο και πλέον υπερήφανο είδος Έλληνα.
Είναι το 1906 που γνώρισα τον Παρθένη. Είχε εκθέσει μια δεκάδα από ζωγραφικά έργα πάνω σε ξύλο (απ' την Ιερά Οδό, Λυκαβηττό, Ακρόπολη, τον πύργο των Ανέμων, πεύκα από την Καισαριανή κ.ά.). Ωραίο μου φάνηκε το τετραγωνικό πλαίσιο, η ακρίβεια του σχεδίου, η διαγραφή του ορίου του τόνου, η άκρα ακρίβειά του, καθώς και της απόχρωσης. Εζήτησα ευθύς να τον γνωρίσω. Εφοδιασμένος μ' ένα συστατικό γράμμα του Κ. Μιχαηλίδη των "Παναθηναίων" εχτύπησα την πόρτα του εργαστηρίου του, που ήταν η Λέσχη των Εμποροϋπαλλήλων,πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο. Μου άνοιξε αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη, αποφράζοντας με το σώμα του το υπόλοιπο κενό, κοιτώντας με τα λαμπερά μάτια του, παίρνοντας ύφος αυστηρό και ακατάδεκτο. Τέλος διάβασε το γράμμα και μ' εδέχθη. Του έδειξα κάποια έργα μου, που τα επαίνεσε, κι η πρώτη ερώτηση που μού 'κανε ήταν αν έχω διαβάσει κανένα εγχειρίδιο χρωμάτων κι αν ξέρω τα συμπληρωματικά. Μου σύστησε επίσης να διαγράφω τα όρια των αντικειμένων με ακρίβεια, καθώς και τα όρια των τόνων. Εις τους τοίχους είχε κρεμασμένα έργα πού 'χε κάμει απ' το Μοναστήρι του Πόρου, που ξύπνησαν μέσα μου έναν άμετρο θαυμασμό.
Με κάλεσε να ξαναπάω, και έκτοτε τον έβρισκα συχνότατα και πάντοτε τον συνόδευα όταν επήγαινε να ζωγραφίσει στο ύπαιθρο. Ήμουν ευτυχισμένος, είχα βρει έναν παιδευτή κι έναν δάσκαλο στην τέχνη. Ήμουν χρονολογικά ο πρώτος του μαθητής.
Ήταν ο Γιαννόπουλος και ο Παρθένης που έπεισαν τον πατέρα μου να μ' αφήσει να πάω να σπουδάσω ζωγραφική. Τέλος, το 1908, επήγα στο Μόναχο συνοδευόμενος από τον πατέρα μου. Εκεί μας εδέχθη με άκρα φιλικότητα ο αγαπητός φίλος του Πορφύρα, ο Κ. Χατζόπουλος, κι η Φινλανδή γυναίκα του. Ξαναντάμωσα με τον de Chirico ένα μήνα πριν φύγει για την Ιταλία. Μου έδειξε κάτι χαλκογραφίες που είχε χαράξει στην Ακαδημία· εγώ, κάποια σχέδιά μου. Πρέπει να πω πως ο καρπός της λατρείας μου για την ελληνική αρχαιότητα ήταν κάποιες μορφές που σχεδίαζα με κάρβουνο πάνω σε χαρτί Ingres που, πλησιάζοντάς το στη φλόγα της φωτιάς, τού 'δινα την απόχρωση των αρχαίων μαρμάρων. Είχα κι άλλα κεφάλια, σχεδιασμένα με σαγκίνα, που πάσχιζαν νά 'χουν κάτι από εκείνη τη μελαγχολία των έργων του Σκόπα, εκείνην «την ισχυράν πνοήν της εσωτερικής ζωής αλλά και εμπάθειαν» (Τσούντας).
Κι ήταν σεβάσμιες μορφές γενειοφόρες που είχαν, όπως έγραφα κάποτε,(2) γαλήνια και αυστηρά μέτωπα, αυλακωμένα από κεδνά φρονήματα. Σίγουρα δεν είναι καταξιωμένα από άποψη τέχνης, μα ήταν πολυφιλή είδωλα των οπτασιών μου. Κι ήταν ωσάν να συνόψιζαν μέσα μου αυτή την ενόραση που έχει για τους αρχαίους προγόνους του ο λαός μας, που μυθοποιεί και του χρόνου το πέρασμα και τις ηρωϊκές γενιές που ζούσαν στα «παλάτια τούτα και κτίσαν εκείνοι στα παμπάλαια εκείνα χρόνια.
Εδιάβαζα Αισχύλο, και τα μάτια μου εγέμιζαν δάκρυα αναπολώντας, όπως η ηρωΐδα του Γκαίτε, "τη μακρινή γη των Ελλήνων". Εσύχναζα στα παλαιοντολογικά μουσεία μελετώντας την αρχιτεκτονική των σκελετών, που μας φαίνονταν ως τα απομεινάρια μιας αρχαίγονης Αρχιτεκτονικής όπου έκρυβαν τους νόμους "της του παντός διοικήσεως". Η κατασκευή που διείπε τους έλικες του εγκεφάλου μου φαίνονταν ταυτόσημη μ' εκείνη που έπλαττε τα Νεφελώματα και τους Γαλαξίες και που συνείχε την αρμονία των αστερισμών. Εδούλευα αδιάκοπα στο σχέδιο και στη γλυπτική, μα αισθανόμουν πως ο δρόμος που ακολουθούσα ήταν μακρύς, πολύ μακρύς. Λίγο καιρό ύστερα, από μια απλή συγκυρία, γνώρισα τον Μπουζιάνη. Γινήκαμε επιστήθιοι φίλοι και κάθε βράδυ συναντιόμαστε και μιλούσαμε για την Τέχνη.
Από τους ζωγράφους ξεχώρισα τον άγιο μόχθο του Hans von Marées. Οι φιγούρες του απόγονου αυτού μιας αρχαίας φυλής(3) ερίζωναν στο έδαφος και λες και υψώνονταν ωσάν ισορροπώντας το βάρος του χρώματος. Στις ιερατικές μορφές των γερόντων του, λες και "στάλαζε γλυκό το λάδι ως τη γενειάδα του Ααρών κι ως το χιτώνα απάνω.(4)
Τρία έργα του Σεζάν, όπου για τη θεωρία του της πλήρωσης της τρίτης διάστασης μέσον του χρώματος ήμουν ήδη θεωρητικά κατατοπισμένος, μ' έκαναν να εγκαταλείψω το Μόναχο. Η Ζωγραφική , η αληθινή Ζωγραφική, είπα μέσα μου, είναι αυτή. Το σωστό σχέδιο, επίσης.
"Παρίσι 1909 - αρχή 1912." Δε θα μιλήσω εδώ για το άστυ τούτο, όπου χάρη στην αδιάπτωτη ιστορική συνέχεια της παράδοσης έγινε αυτό που λέει ο Ροντέν : «να συντεθεί μ' υπομονή και σιωπή η σκέψη του ατόμου με το μόχθο των γενεών». Ούτε θα μιλήσω για τα λογής διδάγματα, τα ηθικά, τα πνευματικά και της τέχνης, όπου μπορεί κανείς ν' αντλήσει απ' την πόλη τούτη και τη γαλλική τη ράτσα, αρκεί ν' άχει την απαιτούμενη οξυδέρκεια για ν' ανακαλύψει την κάτω απ' την επίφαση εγκρυπτόμενη αρετή.
Η κατάχρηση του νοήματος της τέχνης απαιτεί βαθύ στοχασμό και λεπτότητα διαισθητικής δυνάμεως, ώστε ο προσύλητος να εισχωρήσει με καιρό και με κόπο ως το άδυτο όπου θα του αποκαλυφθεί η εσώτερη αλήθεια. Τούτο το δρόμο πάσχισα να διανύσω κι εγώ μ' όσες δυνάμεις διέθετα. Δοκίμασα άρρητη χαρά μαθαίνοντας πως ο Παρθένης είχε φτάσει στο Παρίσι. «Δεν αντάμωσα κανένα δάσκαλο ως τα τώρα που να μου πει περισσότερα απ' όσα με διδάξατε», του είπα, κι εκείνος, μ' ενδόμυχη ικανοποίηση: «Ω, γι' αυτό ήμουν βέβαιος», μ' απάντησε, χαμογελώντας. Είχα την ευτυχία να πηγαίνουμε μαζί στα μουσεία και τις συχνότατεσ αναδρομικές εκθέσεις των Γάλλων διδασκάλων.
Μα όσο ο καιρός περνούσε, άρχισα ν' αδημονώ. Ο δρόμος που ακολουθούσα, τό 'νιωθα, ήταν μακρύς, μακρύτερος απ' τις συνθήκες μου τις οικονομικές. Τα χρέη που θα είχα ν' αντιμετωπίσω στο γυρισμό μου ήταν σκληρά... Στενεμένος από την αδήριτη τούτη ανάγκη, επήρα την σκληρήν απόφαση ν' αφιερώσω το υπόλοιπο του χρόνου στη μελέτη της Αρχιτεκτονικής. Αγόρασα τ' απαιτούμενα βιβλία, και μια μέρα πήρα το δρόμο για ένα εργαστήριο Αρχιτεκτονικής. Δεν ντρέπουμαι να μιλήσω για όλ' αυτά, όπου δείχνουν πως μέσα στη φύση μου δεν ήταν η Αρχιτεκτονική το πραγματικό κέντρο των κλίσεών μου.
Η Αρχιτεκτονική, ως αντικείμενο αισθητικής θεώρησης, με τραβούσε βέβαια, και δεν ήταν ασήμαντες οι διεισδύσεις οι αισθητικές, οι συναισθηματικές κι οι λογής άλλες που μου χάριζε η θεώρηση του χώρου και της πλαστικής επίτευξης, που το ιδεατό τέρμα της ήταν η πλήρωση ενός ρυθμού - συμβόλου ... Μα άλλο τούτο, κι άλλο η σύνθετη θεωρητική μελέτη η κτιριολογική και των υλικών και της κατασκευής, κι η άσκηση που έχει να διατρέξει ο αρχιτέκτονας ... Τα διαβάσματά μου απ' τη θεωρία της Αρχιτεκτονικής του αγαθού Gouadet, εκτός από την κατάκτηση γνώσης, ήταν σύγκαιρα μια συναισθηματική περιήγηση σε τόπους και χρόνους, αλλ' ήταν φορές που αισθανόμουν πως εις τα θεμέλια που εισχωρούσαν βαθιά στη γη, εις τους ογκώδεις τοίχους και τις καμάρες των, ήταν η, ψυχή μου μια από τις πολλές πέτρες που εντοιχιζόνταν εις το ανώνυμο πλήθος των...
Η ενημέρωσή μου εις το εργαστήριο που πήγα (του Chifflot) διήρκεσε αρκετά, και απόσπασα μάλιστα και κάποιους επαίνους. Άρχισα πια να πιστεύω πως θα μπορούσα ν' αντικρίσω θαρρετά το δρόμο της πράξης. Όσο για τ' άλλα, θα τα συμπλήρωνε η αυτοδιδαχή, όπως κι έγινε.
Πλησίαζε πια η ώρα του γυρισμού (αρχές του 1912), και τον τελευταίο μήνα της παραμονής μου στο Παρίσι μου συνέβηκε ένα γεγονός που είχε μεγάλη σημασία για μένα...
Γυρίζοντας με λεωφορείο από την πλατεία Ομονοίας στο ξενοδοχείο που έμενα, στο Καρτιέ-Λατέν, τον τελευταίο μήνα πριν απ' το γυρισμό μου στην Ελλάδα, ήρθε και εκάθισε απέναντί μου ακριβώς ο G. de Chirico. Χαιρετιστήκαμε με θέρμη, και πάραυτα εκείνος άρχισε να μου μιλάει για τη σημασία πού 'δινε σε τέτοια συναντήματα, σημασία μεταφυσική, ταυτόσημη με τη σημασία που δίνανε οι αρχαίοι στους οιωνούς... Μου μίλησε για τον Μπαίκλιν, αναφέροντας πως αυτός είναι --όπως είχε πει κι ο Νίτσε -- ο μόνος μεταφυσικός ζωγράφος. Του αντέτεινα πως τα κοσμοθεωρητικά ιδεώδη μιας τέχνης έχουν πρωταρχική σημασία, μα πως άλλη τόσην έχει η έγκυρη συμβολική έκφραση των ιδεωδών τούτων στη γλώσσα της τέχνης. Συνεχίζοντας, μου είπε πως μια φθινοπωρινή μέρα, κάτω από έναν ουρανό διαυγή (limpido ήταν η λέξη που μεταχειρίστηκε), κι ακούγοντας το μουρμούρισμα των συντριβανιών, ανακάλυψε σ' ένα παλαιοπωλείο τη θεωρία του αιώνιου γυρισμού, του Νίτσε. Εις τα έργα του Ηράκλειτου βρήκε υστερότερα την επίρρωση της αινιγματικής θεωρίας του κόσμου. Με κάλεσε να πάμε σπίτι. Ήμουν ο πρώτος καλλιτέχνης στο Παρίσι που τού 'δειχνε τα από τη μεταφυσική τούτη θεώρηση, που είχε μέσα του καταρτίσει, εμπνεόμενα έργα του ... Ένα πορτρέτο του εαυτού του, φτιαγμένο με μια τεχνική που αμέσως αναγνώριζε κανείς πως ήταν η μόνη αρμόδια για του ιδεώδους τούτου την έκφραση. Τόση ήταν η απλότης, η εγκράτεια και η πέρα από κάθε εφήμερο αναγωγή της εις το αιώνιο. Εμπρός από ένα άνοιγμα, που άφηνε να διαφαίνεται ένας διαυγής κρύος πρασινοκύανος ουρανός, εικονιζόταν ο καλλιτέχνης ντυμένος στα μαύρα, σε βαθειάν ενατένιση των οραμάτων του. Από κάτω ήταν γραμμένα τούτα τα λόγια:
"QUID AMABO NISI AENIGMA EST"
Και εις τ' άλλα τα έργα, η λεπτή γραμμή που διεχώριζε το φως απ' τη σκιά, απάνω στο νοτισμένο απ' τη βροχή χώμα ήταν ένα μυστήριο. Σε ένα χτίριο το ρολόϊ έδειχνε την ώρα. Και πάντα σε όλα, ο διαυγής ουρανός του φθινοπώρου. Σε ένα άλλο, το ιστίο του πλοίου που μισοφαίνεται σημαίνει το μυστήριο του μισεμού. Βαθιά αινίγματα των μισεμών και των γυρισμών όπου απάνωθέ τους βαριά πέφτει η σκιά της μοίρας ... Αινίγματα τα τόξα των στοών, αίνιγμα το άγαλμα της Αριάδνης όπου απάνω πέφτει το φως του φθινοπώρου ...
« Η λατινική είναι η γλώσσα που μπορεί να εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλη τα μυστήρια τούτα», μου έλεγε. « Η ρωμαϊκή Αρχιτεκτονική, το ίδιο. Η Ρώμη, ο τόπος των μυστηρίων τούτων...»
Σ' ολίγες μέρες ελάβαινα ένα γράμμα του γραμμένο ελληνικά που άρχιζε έτσι:
«Αξιότιμε φίλε,
Αισθάνομαι την ανάγκην να σε ιδώ και να ομιλήσω μαζί σου, διότι συμβαίνει κάτι το νέον εν τη ζωή μου ...»
Δεν περισσεύει ο χρόνος για ν' αναπτύξω εδώ τις αντιδράσεις μου. Συναντηθήκαμε πολλές φορές συζητώντας ώρες μακριές για το μεταφυσικό φως πού 'ριχνε απάνω στη ζωή η θεωρία τούτη που εκόμιζε ο G. de Chirico. Ανέβαλα μάλιστα την αναχώρησή μου. Το τελευταίο βράδυ εδείπνησα μαζί με τον καλλιτέχνη και τη μητέρα του. Η πραγματικότητα μου φαινόταν ασήμαντη και χυδαία κάτω απ' το αποκαλυπτικό φως της υψηλής του θεωρίας. Τέλος, εσήμανε και για μας η αινιγματική ώρα του χωρισμού.
Την άλλη μέρα έφευγα για την Ελλάδα.
Όταν το βαπόρι έφτασε στην Πάτρα, η κρύα ακτινοβόλα ασπράδα ενός μαρμάρου που κείτονταν απάνω στο λασπωμένο χώμα, μου φάνταζε στα μάτια, κι ευθύς είπα μέσα μου: «πρέπει ν' αναθεωρήσω ό,τι έμαθα». Τόση ήταν η κρύα αντίθεση της ασπράδας του με τα τριγύρω.
Στον Πειραιά, γυρίζοντας μια μέρα στο πατρικό το σπίτι, αισθανόμουν τον ήλιο να φλογίζει την επιδερμίδα μου, μα μπαίνοντας στη σκιά, η κρυάδα της μ' έκανε να ριγήσω... Αναλογίστηκα πως οι βίαιες τούτες αντιθέσεις του κλίματος, όπως τις αντικρίζαμε επί αιώνες, θά 'ταν οι αιτίες που διέπλασαν τις αντιθέσεις του χαρακτήρα της ράτσας μας.
Οι αρχαίοι, στοχάστηκα, είχαν υποτάξει τούτες τις αντιθέσεις στην κατανομή των γείσων των και των κυματίων των. Και δεν πέρασαν δυο μέρες που στα λαϊκά χαμόσπιτα του Πειραιά είδα στην οξεία γωνία που σχηματίζει η μονόριχτη στέγη τους, στο σημείο όπου ανταμώνει τον πίσω τοίχο, υλοποιημένη την αντίθεση τούτη. Οι παρατηρήσεις τούτες μ' έκαναν, παρατώντας τη συμβατική μάθηση, να μπω σ' έναν αυτόνομο δρόμο που με δίδασκε η φύση. Από τότε, η ανάγκη του "κοινού" και του "κύριου" που μας μιλάει ο Σολωμός, ήταν η έμμονη επιδίωξή μου...
"1912-1920". Είναι απ' την περίοδο τούτη των εκστρατειών, των επιστρατεύσεων και των καταστροφών που χρονολογούνται οι πνευματικές μου φιλίες, Αλιμπέρτης, Μπουρνιάς, κι ύστερα ο Αποστολάκης κι οι Πολίτιδες. Είναι η εποχή της εκδόσεως της "Κριτικής και Ποίησης". Ας σταματήσουμε μ' ευλάβεια στον Αποστολάκη. Τον είπαν αρνητή, αλλά πούθε έβγαινε η σκληρή του άρνηση ειμή από τον βαθύτατο πόθο της ψυχής του για ποίηση; από την υψηλή ιδέα για την Τέχνη που είχε μέσα του συλλάβει; Το πνεύμα του μας είχε όλους επηρεάσει. Του χρωστάμε τα μέγιστα κέρδη που ο άνθρωπος μπορεί να χαρίσει στο διπλανό του ... Κι έπειτα οι άλλοι: ο Κόντογλους κι ο Παπαλουκάς κι ο αρχιτέκτων Μητσάκης, ο Στρατής Δούκας κι ο Βέλμος. Κι η νεότερη γενιά, ο Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος, ο Διαμαντόπουλος. Πόσο γόνιμα μαθήματα έβγαζες από την αντίθεση τούτη των πνευματικών χαρακτήρων που αντιπροσώπευε ο καθένας τους! Ειλικρινά δεν ξέρω τι έγώ έδωσα σ' αυτούς. Μα έχω συνείδηση του τι οφείλω στον καθένα τους ...
Αλλά ποθώ ν' αναθυμηθώ τα λιγοστά και σύντομα εκείνα διαστήματα που χαιρόμουν τη μόνωση και ζωγράφιζα.
Στην Αίγινα. Μόνος με την ευφροσύνη όπου χαρίζει εις τον άνθρωπον η εις "Κύριον" τούτη "αποδημία", σμιγμένην με την πίκρα του αβέβαιου μέλλοντος.
Αλλ' ας διαβάσω απ' τις γραμμές τις μισοσβησμένες που εγράφηκαν από τότε:
«Ελιά; Εσύ είσαι το άγιο δέντρο; Για σένα είπαν οι άνθρωποι οι παλιοί πως η ουσία σου είναι καθαρή γιατ' είναι "φωτός ύλη;"
» Πες μου, γιατί είναι βασανισμένος ο ιερός κορμός σου; Τα τόσα στριφογυρίσματά του μην είναι τάχα του μόχθου σου τα σημάδια για της πνευματικής σου "αρχής",
που ενσαρκώνεις, την πραγμάτωση;
» Εσύ είσαι η άμπελος όπου αναφέρει η Γραφή; Γονατίζω και φιλάω το χώμα που σε θρέφει. Ιδές είναι χαρακωμένο απ' του ήλιου τη φλόγα... Αλλ' εσύ τη φλόγα τούτη μεταλλάζεις σε θείο πνεύμα δρόσου...»
Είναι στις όχτες του Κηφισού, εκεί κάτω εις τα Σεπόλια, στον πευκώνα του κτήματος του Σούτζου, που ζωγράφισα για πολύ καιρό. Ήθελα με την άσκησή της την πρακτική να πιστοποιήσω ό,τι θεωρητικά κατείχα για την τεχνική του Σεζάν.
Αυτή την επανάσταση πού 'φερε στην όραση, αυτή την υποκατάσταση της καθιερωμένης τεχνικής με την πλήρωση μέσον του χρώματος της τρίτης διάστασης του βάθους, τη ζήτηση καθαρών χρωματικών αντιθέσεων (antithèses τις έλεγε ο ίδιος)· αυτήν ήθελα ν' ασκήσω. Ο δρόμος ήταν δύσκολος, μα τι δεν υποχωρεί στην ανθρώπινη υπομονή; Έκανα κάθε μέρα ανεπαίσθητες προόδους ώσπου, καθώς έλεγε κι ο δικός μας ο Λύτρας για το ταλέντο πως «είναι ωσάν το ρυάκι, που αίφνης το βλέπεις σβήνεται μα παρακάτω αναπηδάει με δύναμη», κατόρθωσα να πραγματοποιώ ικανοποιητικά την Τρίτη διάσταση με το χρώμα. Κι είδα τότες πως άλλο είναι να νιώθεις λογικά μιαν "αρχή" της τεχνικής, κι άλλο να ξέρεις να την πραγματοποιήσεις. Η μουσική, θενά ΄λεγα, τούτη τεχνική, η δραματική φύση της, μ' έθελγαν ... Ήθελα να ζωγραφίζω ολομόναχος. Όχι μόνο γιατί ένας δεν είναι πρόθυμος πάντα να δείξει εις τους άλλους τις ενδεχόμενες αδυναμίες του, μα γιατί η τέχνη ήταν για μένα θρησκευτική πράξη ευλαβείας και λατρείας προς τη Μητέρα Φύση, και την ιερότητα τούτη κίνδυνος θά 'ταν η αμάθεια των πολλών να προσβάλει. Μόνος λοιπόν επήγαινα εις το άλσος τούτο, που ήταν το άδυτό μου. Μόνος ή με το Στέρη. Και εκείνος αισθανόταν όμοια με μένα κι εσεβόταν τις θρησκευτικές τούτες στιγμές του άλλου...
Βλέποντάς μας, μια μέρα, ένας Γερμανός μουσικός, καθηγητής του Ωδείου, που έμενε εκεί κοντά, εξομολογήθηκε σ' ένα κοινό φίλο: «Χτες είδα μέσα στο άλσος δυο ζωγράφους και μου ήρθε η διάθεση να τους παίξω βιολοντσέλο». Έκτοτε, τα βαθιά τα χρώματα, τα πράσινα, τις καρμίνες, τα αισθανόμουνα πάντα ως τους βαθιούς ήχους της μουσικής.
Η τέχνη είναι υπακοή στους σημαντικούς Νόμους, τους αιώνιους. Κι αναδιφώντας πάλι τα χαρτιά, ξαναβρίσκω ένα πεζό ποίημα που άρχιζε έτσι:
«ΕΥΣΕΒΕΙΑ
»Έθεσες παντού Νόμους, ω Θεέ. Δώσε να τους ακολουθώ, δώσε να μην τους προσβάλλω».
Ήταν από εκείνους τους χρόνους ... Ο αναγνώστης ας συμπαθήσει την ατεχνία του.
Έχτισα το πρώτο μου σπίτι το 1923 (στις Τζιτζιφιές, στην αριστερή όχτη του Ιλισού). Χαιρετίζοντάς το ο Φώτος Πολίτης, του αφιέρωσε τρεις επιφυλλίδες στην "Πρωία" με τον τίτλο "Παράσχεια".
Το δεύτερο (οδός Ηρακλείτου 1, Πατήσια) εχτίστηκε το 1925. Τούτο εμπνεύστηκα από μιαν αναπαράσταση αρχαίου σπιτιού της Πριήνης από τον Ορλάνδο. Όταν την είδα, είπα μέσα μου: Τούτο είναι ελληνικό και δεν έχει στοιχεία που ν' ανήκουν σε συγκεκριμμένες κατηγορίες χρόνου και τόπου. Ο τετραγωνισμός των παραθύρων, τα επιμήκη ανοίγματα, μέσον υποστηλωμάτων και υπερθύρων, η κατάργηση του γείσου, ήταν επιτεύξεις που προσήγγιζαν στις λύσεις του σύγχρονου κινήματος· τις έβρισκες άλλωστε και στη λαϊκή μας παράδοση. Όταν το κίνημα τούτο το γνώρισα, είδα πως ένα βήμα με χώριζε από κείνο. Αν οι οξυδερκέστεροι από μας το παραδεχθήκαμε τότε, ήταν για τους λόγους τούτους: Πως υποσχόταν την πλήρωση της οργανικής αλήθειας, πως ήταν αυστηρό και απλό και το κυβερνούσε μια γεωμετρία ενός καθολικού σχήματος, ικανού να συμβολίσει την εποχή μας.
Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίστηκε περί το 1933. Όταν τέλειωσε, δεν μ' ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάστηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητος· ειν' απ' τις σκέψεις τούτες που βγήκαν¨το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης (1935), η πολυκατοικία Χέυδεν (κάτοψη Μητσάκη - 1938), το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη (1949).
Είναι γνωστό πως τα μεταγενέστερα έργα, σε συνεργασία με τον γαμβρό μου τον κ. Αλ. Παπαγεωργίου, ειν' επηρεασμένα από τις ίδιες τάσεις. Η έπαυλη Άνω Φιλοθέης (1954). Ο ξενώνας των Δελφών 1955}.
Όμοια με τα προσχέδια των σπιτιών του Συνοικισμού Αιξωνής και το Αναπαυτήριο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη (1957).
Η απαρίθμηση τούτων των έργων δεν έχει άλλο σκοπό παρά να δείξει στον κριτικό που θα εξέταζε τη σταθερή εμμονή που τα έργα τούτα --παρ' όλες τις κυμάνσεις-- παρουσιάζουν εις το να δουλεύουν στο ίδιο, που από την αρχή συνέλαβα, ιδεώδες. Τούτο είναι φυσικό, αφού οι "αρχές" εις τις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Να μιλήσω γι' αυτές είναι ολότελα περιττό, αφού διατυπώθηκαν κατά καιρούς επανειλημμένα. Επανάληψη που δεν είχε άλλο σκοπό παρά να βαθαίνει ολοένα και να πλουτίζει τυο νόημά των, και για μένα τον ίδιο και για τους άλλους. Γιατί, ως προς τον εαυτό μου τουλάχιστο, δεν είχα ποτέ την αίσθηση πως λέω τα ίδια, μα πως ανακτώ κάθε φορά τις θεμελιακές τούτες αρχές. Για τα λάθη των επιτευγμάτων μου δεν είναι υπόλογες οι αρχές τούτες, μα η λανθασμένη από λογου μου ερμηνείας τους.
Αισθάνομαι όμως πως τα λεργόμενα εδώ δεν θα μπορέσουν να κλείσουνε, αν δεν έκανα μνεία, εδώ στο τέλος, για κάτι άλλο:
Η άσκηση της πρακτικής του Σεζάν με ήγαγε μακριά απ' τα ιδεώδη της Δύσης. Η Ανατολή και το Βυζάντιο μου αποκάλυψαν πως η δημιουργία μιας ανηγμένης απ' τη φύση και από την ύλη της μίμησης συμβολικής γλώσσας, είναι ο δρόμος ο μόνος έγκυρος και άξιος του πνεύματος για να εκφράσει τις ιδέες και τα συναισθήματά μας απ' τη Ζωή.
Κάποιος είπε σωστά πως απ' την υπεύθυνη στάση μας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης θα εξαρτηθεί η πορεία του Ελληνισμού. Θα προσθέσω: κι από την αρμόδια σύνθεση των αντιθετικών ρευμάτων σε μια νέα μορφή. Θα μπορούσα ν' αναλύσω πώς παρουσιάζεται το πρόβλημα τούτο στην Αρχιτεκτονική. Μα θ' αρκούσε εδώ να πω πως είμαι ανατολίτης.
Στρέφοντας το βλέμμα προς όσα ιστόρησα εδώ απ' τη ζωή μου, ξανοίγω ωσάν να «διάβαζα κι εγώ --όπως ο ποιητής-- στην πέτρα την αρχαία» με τα γράμματα τα «φθαρμένα», ξανοίγω πόθους κι ελπίδες, χαρές, άλγη και πόνους, και απορώ και θαυμάζω πόσα δάκρυα «και πάλι δάκρυα» ο άνθρωπος "ο άμφω βροτόσωμος και άμβροτος ακαμάτοις θεότητος όροις" είναι ορισμένο να υποφέρει για την πνευματική του ανάβαση ... Είναι τούτοι οι πόνοι "οι μαλεροί" οι "ακάμαντες" οπού καταρτίζουν μέσα του την πνευματική προσωπικότητα, οπού είναι ωσάν η "αύρα" που, μυστικά, θα περιβάλλει τα έργα του...
Νέοι, αποβάλλοντας το θέλημα το ατομικό, κατεβείτε εις το σκάμμα της υπακοής. Αυτή και μόνη θα σας χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Και μην οκνήσετε ποτέ, γιατ' είναι γραμμένο πως «το να μην μπορέσουμε, ίσως κάποτε μας συγχωρεθεί· το να μην προσπαθήσουμε, ποτέ».
Προσεγγίζοντας το έργο του Δημήτρη Πικιώνη
Για να προετοιμαστούμε για την επίσκεψη μας στην έκθεση "Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968" αξιοποιήσαμε υλικό (εικόνες-πληροφορίες-κείμενα) που βρήκαμε στις παρακάτω πηγές:
-τον κατάλογο της έκθεσης "Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968", Μουσείο Μπενάκη
-το εκπαιδευτικό ηλεκτρονικό υλικό που μας έστειλε το Μουσείο Μπενάκη (κείμενα και φωτογραφίες από τον κατάλογο)
-από την ιστοσελίδα www.eikastikon.gr όπου βρήκαμε πίνακες και κείμενα του Δ. Πικιώνη
Ειδικές προβολές για το έργο του Πικιώνη και συζητήσεις για τη φιλοσοφία του έγιναν σε όλα τα τμήματα της Β τάξης (στο μάθημα των Εικαστικών) σαν προετοιμασία για την επίσκεψη μας στην έκθεση.

Το εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης
-τον κατάλογο της έκθεσης "Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968", Μουσείο Μπενάκη
-το εκπαιδευτικό ηλεκτρονικό υλικό που μας έστειλε το Μουσείο Μπενάκη (κείμενα και φωτογραφίες από τον κατάλογο)
-από την ιστοσελίδα www.eikastikon.gr όπου βρήκαμε πίνακες και κείμενα του Δ. Πικιώνη
Ειδικές προβολές για το έργο του Πικιώνη και συζητήσεις για τη φιλοσοφία του έγιναν σε όλα τα τμήματα της Β τάξης (στο μάθημα των Εικαστικών) σαν προετοιμασία για την επίσκεψη μας στην έκθεση.

Το εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης
"Δημήτρης Πικιώνης" από την εκπομπή Παρασκήνιο
Από τη σειρά «Παρασκήνιο», ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του Δημήτρη Πικιώνη. Η διαμόρφωση του χώρου γύρω από τους λόφους της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου, ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης, η ουτοπία της Αιξωνής, το σχολείο στα Πευκάκια, η πολυκατοικία της οδού Χέϋδεν, είναι μέρος μόνο του έργου μέσα από το οποίο ο μεγάλος αρχιτέκτονας - διανοητής άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην νεοελληνική αρχιτεκτονική, είτε ως δημιουργός είτε ως δάσκαλος είτε ως στοχαστής.
ΠΑΡΑΓΩΓΗ CINETIC - ΕΡΤ
Βρήκαμε το ντοκιμαντέρ στο Youtube, σε 6 μέρη, και είναι μια πολύ ωραία πηγή-ξενάγηση στο έργο του:
Mέρος 1ο
Μέρος 2ο
Μέρος 3ο
Μέρος 4ο
Μέρος 5ο
Μέρος 6ο
ΠΑΡΑΓΩΓΗ CINETIC - ΕΡΤ
Βρήκαμε το ντοκιμαντέρ στο Youtube, σε 6 μέρη, και είναι μια πολύ ωραία πηγή-ξενάγηση στο έργο του:
Mέρος 1ο
Μέρος 2ο
Μέρος 3ο
Μέρος 4ο
Μέρος 5ο
Μέρος 6ο
"Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968" - trailer και περιγραφή
Το Δελτίο Τύπου της έκθεσης:
Δημήτρης Πικιώνης 1887- 1968
Η έκθεση παρουσιάζει το μεγαλύτερο μέρος του ζωγραφικού & αρχιτεκτονικού έργου του Δημήτρη Πικιώνη, το οποίο έχει περιέλθει στην κατοχή του Μουσείου Μπενάκη, από την σημαντική δωρεά της οικογένειας Πικιώνη.
Στο πρώτο μέρος της έκθεσης παρουσιάζεται το ζωγραφικό του έργο στις ενότητες που ο ίδιος είχε προσδιορίσει: Από τη Φύση, Αναμνήσεις από το Παρίσι, Αρχαία, Βυζαντινά, της Φαντασίας, Λαϊκά. Η ζωγραφική για τον Δημήτρη Πικιώνη αποτελούσε μάλλον προσωπική του υπόθεση και αφορούσε τη δική του καλλιτεχνική πορεία προς την ωρίμανση.
Στο δεύτερο μέρος της έκθεσης παρουσιάζεται το σύνολο του αρχιτεκτονικού του έργου, μελέτες του για την αρχιτεκτονική της Ζαγοράς και της Καστοριάς, τμήμα της μελέτης του για την Λαϊκή Αρχιτεκτονική της Χίου, τεύχη του περιοδικού Το 3ο μάτι (στην σύνταξη του οποίου συνεργάστηκαν Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στρατής Δούκας, Σπύρος Παπαλουκάς, Σωκράτης Καραντινός, Τάκης Παπατσώνης, Μιχάλης Τόμπρος, Άγγελος Θεοδωρόπουλος) καθώς και τεκμήρια των σχέσεών του με ανθρώπους όπως ο Giorgio de Chirico, ο Μπουζιάνης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Walter Gropius, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης κ.ά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)