Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζαντινό Μουσείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζαντινό Μουσείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Εντυπώσεις από το Βυζαντινό Μουσείο




Στην εκδρομή μου άρεσε πιο πολύ το Βυζαντινό Μουσείο. Η ξεναγός μας τα εξήγησε πολύ καλά και κάθε τόσο έλεγε και αστεία, και τις πληροφορίες για το κάθε έργο τις έλεγε με τέτοιο τρόπο που το ενδιαφέρον μας μεγάλωνε συνέχεια. Στην έκθεση είδαμε διάφορα τα οποία είχαν ενδιαφέρον όμως υπήρχε σε μια αίθουσα ένα βίντεο το οποίο με εντυπωσίασε πιο πολύ από όλα.

Βάσια Αρμόνη

--------------------------


Στο βυζαντινό μουσείο είδαμε κάποια βυζαντινά έργα και μάθαμε πολλά για το βυζαντινό μας πολιτισμό. Μου άρεσαν πολύ τα δερμάτινα παπούτσια και τα κοσμήματα που μας έδειξε η ξεναγός μας. Η έκθεση για τη Δούκισσα της Πλακεντίας μου άρεσε αρκετά. Ένα έργο που με εντυπωσίασε είναι το πορτραίτο της, στην αρχή της έκθεσης.

Παρασκευή-Ιωάννα Γαληνού




--------------------------

Από το Βυζαντινό Μουσείο μου έχει μείνει ένα ψηφιδωτό του Ιουστινιανού με τους υπηρέτες και τους υπηκόους του, μετά η ταφή, οι στολές, τα νομίσματα.

Βασίλης Ηλιόπουλος






Η περιοδική έκθεση για τη Δούκισσα της Πλακεντίας



Η Δούκισσα της Πλακεντίας συνδέεται άμεσα με την ιστορία του Βυζαντινού Μουσείου, αφού το κτίριο στο οποίο στεγάζεται ήταν κάποτε δικό της. Η Δούκισσα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη την οικοδόμηση έξι κτηρίων συνολικά στην Αθήνα και τα περίχωρά της. Ανάμεσά τους το Καστέλο της Ροδοδάφνης στην Πεντέλη και η Villa Ilissia ("Μέγαρο των Ιλισσίων"), το χειμερινό της ανάκτορο, που σήμερα είναι το Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο.

Μια περιοδική έκθεση λοιπόν του μουσείου ήταν αφιερωμένη στη Δούκισσα της Πλακεντίας, τη ζωή της, χαμένη ανάμεσα σε φήμες και μύθους, και το "Μέγαρο των Ιλισσίων".

Διαβάζουμε στην περιγραφή της έκθεσης:

Sophie Barbé de Marbois, Duchesse de Plaisance (1785-1854). Πόσοι άραγε γνωρίζουν το πραγματικό όνομα της Δούκισσας της Πλακεντίας; Οι Αθηναίοι στα μέσα του 19ου αιώνα την ονόμαζαν Δουκέσσα της Πιατσέντσας, την αντιμετώπιζαν με φόβο και δέος και ύφαναν γύρω από τη ζωή της ένα πυκνό πλέγμα μύθων. Αυτό το πλέγμα θα προσπαθήσει να διαπεράσει η έκθεση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου και να αναδείξει κάποιες από τις άγνωστες πτυχές της προσωπικότητας και της δράσης της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Ελλάδα. Η καταγωγή της από την Αμερική, ο έγγαμος βίος της στη Γαλλία, η εγκατάστασή της στην Αθήνα του Όθωνα, η φιλανθρωπική της δράση και η επιχειρηματική της δραστηριότητα θα παρουσιαστούν μέσα από έργα τέχνης, αρχειακό υλικό και μαρτυρίες συγχρόνων της. Τέλος, δεν θα μπορούσαν να μην συμπεριληφθούν στην έκθεση αυτή σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες μυθιστορηματικές αποδόσεις της ζωής της, που συνέβαλαν όχι μόνο στη διατήρηση της φήμης της, αλλά κυρίως στη διαιώνιση του μύθου της.















Το κτίριο του Βυζαντινού Μουσείου και η ιστορία του



Ορισμένες πληροφορίες για το ιστορικό κτίριο που φιλοξενεί σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο, γνωστό σαν "Μέγαρο των Ιλισσίων" ή "Villa Ilissia", έργο του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη.
(από την ιστοσελίδα του Μουσείου)

Η Villa Ilissia, που στεγάζει σήμερα το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, είναι ένα από τα ωραιότερα κτίσματα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα τα πρώτα χρόνια της ιστορικής της διαδρομής ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.


Η Αθήνα, όταν ανακηρύχθηκε επίσημα πρωτεύουσα το 1834, ήταν μια πόλη των 7.000 περίπου κατοίκων. Ωστόσο, μέσα σε μια διετία ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε, καθώς εγκαταστάθηκαν σε αυτήν οι νέες διοικητικές αρχές και πολλοί νέοι κάτοικοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ανάμεσα στους νεοφερμένους διακρίνονται Έλληνες και Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι, Ευρωπαίοι φιλέλληνες και λάτρεις της Ανατολής, Φαναριώτες και άλλοι μορφωμένοι Έλληνες από το εξωτερικό, οπλαρχηγοί και προεστοί από την περιφέρεια, έμποροι, επιχειρηματίες και τραπεζίτες, μαζί τους και απλοί άνθρωποι από όλη τη χώρα που κατέφθαναν στη νέα πρωτεύουσα αναζητώντας εργασία ή απλώς μια καλύτερη τύχη.


Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας


Στους νέους κατοίκους της πόλης συγκαταλέγεται από το 1837 και η Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας. Η Sophie de Marbois γεννήθηκε το 1785 στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής. Ήταν κόρη του Γάλλου πολιτικού και διπλωμάτη Μαρκήσιου François Barbé de Marbois και της Αμερικανίδας Elisabeth, κόρης του διοικητή της Πενσυλβάνιας William Moore. Παντρεύτηκε τον Charles Lebrun, γιο του συνυπάτου του Ναπολέοντα και Δούκα της Πλακεντίας (Piacenza ή Plaisance). Την εποχή του γάμου της ο σύζυγός της ήταν υπασπιστής του Ναπολέοντα και η νεαρή Δούκισσα διέπρεπε στην αυτοκρατορική αυλή για την ομορφιά και την ευφυΐα της. Ωστόσο, ο γάμος δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένος. Η Δούκισσα έζησε, μαζί με την κόρη της, χωριστά από το σύζυγό της και το 1830, γοητευμένη από την εντύπωση που είχε προκαλέσει στην Ευρώπη ο αγώνας των Ελλήνων, έφτασε στο Ναύπλιο, την προσωρινή πρωτεύουσα του κράτους. Εκεί ενεπλάκη στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής, τάχθηκε εναντίον του Καποδίστρια και συνδέθηκε στενά με την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Από το 1831 άρχισε να αγοράζει μεγάλες εκτάσεις γης στην Αθήνα και την Πεντέλη. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε οριστικά μετά τον πρόωρο θάνατο της κόρης της, το 1837. Η παρουσία στην πόλη μιας προσωπικότητας όπως η Δούκισσα, με το έντονο παρελθόν, τον μεγάλο πλούτο, τον ιδιόμορφο τρόπο ζωής και τις παράξενες αντιλήψεις, αποτέλεσε εξαιρετικό γεγονός για την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής.


Η Δούκισσα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη την οικοδόμηση έξι κτηρίων συνολικά, στην Αθήνα και τα περίχωρά της. Ανάμεσά τους το Καστέλο της Ροδοδάφνης στην Πεντέλη και η Villa Ilissia, το χειμερινό της ανάκτορο.


Σταμάτης Κλεάνθης, ο αρχιτέκτονας


Ο Κλεάνθης, γεννημένος το 1802 στο Βελβενδό της Μακεδονίας, σπούδασε στην Ακαδημία Αρχιτεκτονικής του Βερολίνου με δάσκαλο έναν από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της εποχής, τον Karl Friedrich Schinkel. Το 1830 ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Γερμανό φίλο και συνάδελφό του Eduard Schaubert. Ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησαν και να σχεδιάζουν μαζί το πολεοδομικό σχέδιο της νέας πόλης της Αθήνας, ενόψει της πιθανής εγκατάστασης εκεί της πρωτεύουσας του νέου κράτους. Το σχέδιο εγκρίθηκε από την κυβέρνηση το 1833 και, παρότι δεν υλοποιήθηκε εξαιτίας πολλών αντιδράσεων ιδιοκτητών οικοπέδων, θεωρείται το σημαντικότερο έργο των Κλεάνθη και Schaubert, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ίδρυσης πόλης τον 19ο αιώνα. Ο Κλεάνθης ασχολήθηκε επίσης με την ανέγερση πολλών ιδιωτικών κατοικιών εύπορων Ελλήνων και ξένων. Την ίδια εποχή, άλλωστε, πολλοί γνωστοί αρχιτέκτονες, Έλληνες και ξένοι, όπως ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, ο Δημήτριος Ζέζος, ο Leo von Klenze, οι Christian και Theophil Hansen, ο Friedrich von Gaertner, o Wilhelm von Weiler και ο Ernst Ziller, συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και εργάστηκαν για την ανέγερση δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων που καθόρισαν την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης.


Το κτήριο της Villa Ilissia και η ιστορία του


Η οικοδόμηση της Villa Ilissia ξεκίνησε το 1840, λίγο έξω από τα όρια της πόλης, σε μικρή απόσταση από τα βασιλικά ανάκτορα (τη σημερινή Βουλή), που είχαν αρχίσει να κτίζονται το 1836. Η Villa Ilissia βρισκόταν ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Ιλισσού, που σήμερα έχει καλυφθεί, και τη λεωφόρο που λίγο καιρό νωρίτερα είχε χαραχθεί για να συνδέσει την Αθήνα με την Κηφισιά. Η λεωφόρος Κηφισίας, όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας, εξελίχθηκε σύντομα σε ένα από τα ομορφότερα βουλεβάρτα της Αθήνας, σε ένα σύμβολο του εξευρωπαϊσμού της νέας πρωτεύουσας, καθώς κτίστηκαν κατά μήκος της, από γνωστούς αρχιτέκτονες της εποχής, πολλά δημόσια κτήρια, αλλά και ιδιωτικές επαύλεις που στέγασαν διαπρεπείς οικογένειες της αθηναϊκής κοινωνίας.


Το μέγαρο των Ιλισσίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτηρίων. Το κεντρικό κτήριο, η κατοικία της Δούκισσας, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του. Στη βόρεια πλευρά, προς την αυλή και το Λυκαβηττό, υπάρχουν και στους δύο ορόφους τοξοστοιχίες με επτά αψίδες, ενώ την εικόνα συμπλήρωναν οι δύο εξέχοντες γωνιακοί πύργοι, όπου βρίσκονται τα κλιμακοστάσια. Στη νότια πλευρά, προς τον Ιλισσό, υπάρχει τοξοστοιχία με τρεις αψίδες στο κέντρο του ισογείου και ανοιχτή στοά με τοξοστοιχία στον πάνω όροφο. Τα λίγα διακοσμητικά στοιχεία, όπως τα ξύλινα φουρούσια της στέγης με τα ζωγραφισμένα ανθέμια, δεν αναιρούν τη λιτή μορφή του κτίσματος. Οι στενές ταινίες με τον ανάγλυφο διάκοσμο από σχηματοποιημένα σταυρόσχημα μοτίβα, που περιτρέχουν το κτήριο, σχηματίζουν το όριο μεταξύ των ορόφων και το τελείωμα του δεύτερου ορόφου, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζουν την οριζόντια διάταξη των αρχιτεκτονικών στοιχείων.


Το κεντρικό κτήριο υψώνεται επιβλητικό στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, και από το κτήριο με τον πυλώνα της εισόδου. Στο τόξο της μαρμάρινης καμάρας της εισόδου είναι λαξευμένη η ονομασία του συγκροτήματος: ILISSIA.


Στο κτηριακό συγκρότημα συνδυάζονται στοιχεία του κλασικισμού, όπως η επικράτηση της οριζόντιας γραμμής και οι χαμηλοί κλειστοί πύργοι, με στοιχεία του ρομαντισμού, όπως οι αψιδωτές στοές στις δύο όψεις του κεντρικού κτηρίου και η προβολή της στέγης, που τονίζουν την εναλλαγή φωτός και σκιάς.


Η οικοδόμηση της Villa Ilissia ολοκληρώθηκε το 1848. Κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές.


Το 1926 η Villa Ilissia παραχωρήθηκε για να στεγάσει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Η εξωτερική μορφή του κτηρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις μουσειολογικές αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου Γεωργίου Σωτηρίου. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτηρίου, όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Από το 1930, όταν το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο άνοιξε τις πύλες της νέας μόνιμης στέγης του στο κοινό, ξεκίνησε μια νέα περίοδος στην ιστορία της Villa Ilissia. Στη συνείδηση χιλιάδων επισκεπτών το μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας συνδέθηκε με τη νέα, μουσειακή του χρήση.


Η Villa Ilissia σήμερα


Σήμερα το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ετοιμάζει την επανέκθεση των συλλογών του στο καινούργιο μουσείο που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Μάνος Περράκης την περίοδο 1987-1992 και έχει ήδη αποπερατωθεί. Το νέο μουσείο είναι υπόγειο και αναπτύσσεται σε πολλαπλά επίπεδα κάτω από το κτηριακό συγκρότημα της Δούκισσας της Πλακεντίας. Η Villa Ilissia, ένα μοναδικό μνημείο που έχει διανύσει περισσότερα από 150 χρόνια ιστορίας, θα αποκατασταθεί και θα διαμορφωθεί κατάλληλα για να φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις. Στον περιβάλλοντα χώρο προβλέπεται να δημιουργηθούν νέοι κήποι και να αναπτυχθεί ένα ενιαίο αρχαιολογικό πάρκο, καθιστώντας την περιοχή μια όαση πρασίνου και μνήμης στο κέντρο της σύγχρονης Αθήνας.




Η βόρεια όψη του κεντρικού κτιρίου της Villa Ilissia, όταν στέγαζε στρατιωτικές υπηρεσίες. Ιστ. Φωτ. Αρχ. ΒΧΜ, Αρχείο Σωτηρίου.
Απόψεις του κεντρικού κτιρίου της Villa Ilissia και των κτιρίων της βορινής πλευράς την περίοδο που μόλις είχαν παραχωρηθεί στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.
Η αίθουσα Α΄ του ισογείου του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου σε ρυθμό παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ιστ. Φωτ. Αρχ. Σωτηρίου
Η Sophie de Merbois-Lebrun, δούκισσα της Πλακεντίας (1785-1854). Αγνώστου καλλιτέχνη, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Άποψη της τοξοστοιχίας του πρώτου ορόφου του κεντρικού κτιρίου της Villa Ilissia.
Η είσοδος της Villa Ilissia από τη λεωφόρο Βασ. Σοφίας.
Άποψη του κεντρικού κτιρίου της Villa Ilissia.
Απόψεις του κεντρικού κτιρίου της Villa Ilissia και των κτιρίων της βορινής πλευράς την περίοδο που μόλις είχαν παραχωρηθεί στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο: η συλλογή


Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας είναι ένα από τα σημαντικότερα δημόσια μουσεία στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα (1914) με σκοπό τη συλλογή, μελέτη, διατήρηση και έκθεση της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής πολιτιστικής κληρονομιάς στην ελληνική επικράτεια.

Η συλλογή του μουσείου περιέχει σημαντικό αριθμό αντικειμένων (περίπου 30.000) όπως φορητές εικόνες,  γλυπτά, κεραμικά, εκκλησιαστικά υφάσματα, ζωγραφικά έργα, μικροτεχνία και αρχιτεκτονικά μέλη (τοιχογραφίες και ψηφιδωτά).

Η μόνιμη συλλογή του μουσείου διαμορφώνεται σε δύο κύρια μέρη:
Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στη Βυζαντινή περίοδο (4ος – 15ος αιώνας μ.Χ.) και περιέχει 1.200 εκθέματα και το δεύτερο μέρος με τίτλο «Από το Βυζάντιο στη νεώτερη εποχή» παρουσιάζει 1.500 εκθέματα από τον 15ο έως τον 20ο αιώνα.

Οι θεματικές ενότητες του Μουσείου (με links της ιστοσελίδας του Μουσείου):



Δυστυχώς, εδώ και καιρό, λειτουργεί μόνο ένα τμήμα της μόνιμης έκθεσης.